*Samuel Clowes Huneke


Aυτοί είναι οι λόγοι που γκέι Γερμανοί ζητούν αποζημιώσεις για έναν ομοφοβικό ναζιστικό νόμο.

 

Δεν είναι μυστικό ότι οι γκέι άντρες καταπιέζονταν βίαια στη ναζιστική Γερμανία, αλλά λίγοι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι οι γερμανικές διώξεις των γκέι συνεχίστηκαν πολύ μετά την ήττα των ναζί το 1945, ή ότι ακόμα περισσότεροι γκέι άντρες καταδικάστηκαν σύμφωνα με την Παράγραφο (§) 175 –το πάλαι ποτέ γερμανικό νομοθέτημα κατά του σοδομισμού– τα πρώτα 25 χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, δηλαδή πιο πολλοί από όσους καταδικάστηκαν υπό το ναζιστικό καθεστώς.

Ο Ernst Röhm [ο γκέι Γερμανός αξιωματικός και αρχηγός της παραστρατιωτικής οργάνωσης SA που εκτελέστηκε τη «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών»] μαζί με τους ναζί ηγέτες Heinrich Himmler και Kurt Daluege το 1933. Φωτογραφία από Wikimedia, με την ευγενική παραχώρηση των Bundesarchiv (Γερμανικά Ομοσπονδιακά Αρχεία).

Ο Ernst Röhm [ο γκέι Γερμανός αξιωματικός και αρχηγός της παραστρατιωτικής οργάνωσης SA που εκτελέστηκε τη «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών»] μαζί με τους ναζί ηγέτες Heinrich Himmler και Kurt Daluege το 1933. Φωτογραφία από Wikimedia, με την ευγενική παραχώρηση των Bundesarchiv (Γερμανικά Ομοσπονδιακά Αρχεία).

Αν και η Γερμανία κατάργησε τον νόμο το 1994, ποτέ δεν επανόρθωσε γι’ αυτή την «τερατώδη ντροπή», όπως αποκάλεσαν πριν από δύο εβδομάδες την §175 οι εκπρόσωποι του Κόμματος των Πρασίνων Katja Keul και Volker Beck, ζητώντας αποζημιώσεις για λογαριασμό περισσότερων από πενήντα χιλιάδες αντρών που καταδικάστηκαν σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη. Και μόλις τον περασμένο Μάιο –πάνω από 20 χρόνια μετά την κατάργησή του άρθρου– ο υπουργός Δικαιοσύνης HeikoMaas διατύπωσε την ιδέα της διαγραφής αυτών των καταδικών, που κατέστρεψαν τη ζωή πολλών γκέι Γερμανών και κατέστειλαν την ανάπτυξη αυτού που θα μπορούσε να είναι μια ακμάζουσα εθνική queer κουλτούρα.

Για να κατανοήσει κανείς την ακραία εκδίωξη των γκέι στη Δυτική Γερμανία πρώτα πρέπει να κατανοήσει πώς ακριβώς συμπεριφέρονταν στους ομοφυλόφιλους κατά τη ναζιστική κατοχή. Όταν το κόμμα ήρθε στην εξουσία το 1933, οι γκέι άντρες ήταν από τα πρώτα θύματα που μπήκαν στο στόχαστρο –οι ναζί έκλεισαν γκέι μπαρ, εισέβαλαν στο περίφημο Ινστιτούτο Σεξολογίας του Βερολίνου και έκαψαν γκέι κείμενα, εξολοθρεύοντας αποτελεσματικά τη διάσημη γκέι κοινότητα της Βαϊμάρης στη Γερμανία. Τα γκέι στελέχη μέσα στο κόμμα, συμπεριλαμβανομένου του Ernst Röhm, του διοικητή της Sturmabteilung (SA) παραστρατιωτικής δύναμης, εκκαθαρίστηκαν το 1934, τη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών, ανοίγοντας τον δρόμο για περισσότερες ομοφοβικές πολιτικές, τις οποίες υπερασπίστηκε μεταξύ άλλων ο Heinrich Himmler, αρχηγός των Schutzstaffel (SS).

Στις 28 Ιουνίου 1935, η κυβέρνηση του Χίτλερ έφερε μια νέα, πιο θολή εκδοχή της §175, που στο παρελθόν απαγόρευε μόνο τη διεισδυτική σεξουαλική επαφή – κάτι δύσκολο να αποδειχθεί στο δικαστήριο. Σύμφωνα με το νέο ναζιστικό νομοθέτημα, κάθε πράξη που ερμηνεύεται ως σεξουαλική ποινικοποιούνταν –μια λάθος ματιά μπορούσε να στείλει κάποιον στη φυλακή. Αυτός ο χαλαρός ορισμός προκάλεσε την εκτόξευση του αριθμού των καταδικών στα ύψη: από λίγες εκατοντάδες τον χρόνο, σε πάνω από οκτώ χιλιάδες. Εκείνους που κρίνονταν ένοχοι τους περίμεναν ένα σωρό φρικτές ποινές, από πολύ σκληρές ποινές φυλάκισης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης έως και ευνουχισμός.

Από το 1935 έως το 1943, περίπου 46.000 άντρες καταδικάστηκαν σύμφωνα με τη διάταξη. Από εκείνους, περίπου 5.000-15.000 στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου στα ρούχα τους έφεραν το ροζ τρίγωνο, σήμερα απανταχού σύμβολο της απελευθέρωσης των γκέι. Λιγότεροι από τους μισούς επέζησαν.

Όταν οι Συμμαχικές Δυνάμεις κατέλαβαν τη Γερμανία το 1945, κατάργησαν τους ιδιαίτερα σκανδαλώδεις ναζιστικούς νόμους, όπως ήταν οι περίφημοι νόμοι της Νυρεμβέργης που απαγόρευαν τη συνουσία και τον γάμο μεταξύ Εβραίων και εκείνων που ορίζονταν ως Άριοι. Αλλά οι κατοχικές δυνάμεις παρέμειναν σιωπηλοί σχετικά με το ποια εκδοχή της §175 θα ίσχυε – η σκληρότερη διάταξη που πέρασε το 1935 ή η ηπιότερη εκδοχή την οποία αντικατέστησε; Ενώ τα ανατολικογερμανικά δικαστήρια γρήγορα αποφάσισαν πως η εκδοχή του 1935 ήταν ένας νόθος ναζιστικός νόμος, η Δυτική Γερμανία εξακολούθησε να τον επιβάλλει.

Το 1950, ένα νέο κύμα διώξεων άρχισε στη Δυτική Γερμανία. Σε μια μαζική δράση, ο εισαγγελέας της Φρανκφούρτης μάζεψε εκατοντάδες άντρες βασιζόμενος στην κατάθεση νεαρών αντρών ιερόδουλων και απήγγειλε κατηγορίες σε τουλάχιστον 140 άτομα με βάση την εκδοχή της §175 του 1935.

Οι περισσότεροι αντιμετώπισαν ποινές φυλάκισης. Τουλάχιστον επτά αυτοκτόνησαν. Ένας 19χρονος πήδηξε από τον Πύργο Γκαίτε στη Φρανκφούρτη ενώ ένας άλλος πήρε δηλητήριο σε ένα σινεμά. Ο πρόεδρος της Αμερικανικής Ένωσης Πολιτικών Ελευθεριών Roger Baldwin επισκεπτόμενος τη Φρανκφούρτη τότε, διαμαρτυρήθηκε ότι ήταν «αδιανόητο να υπάρχει ακόμα στον 20ό αιώνα μια τέτοια μεταχείριση αθώων, ενήλικων ατόμων», έγραψε το DerSpiegel.

Τουλάχιστον 1.700 άντρες καταδικάστηκαν το 1950. Οι καταδίκες κορυφώθηκαν το 1959, όταν τα δικαστήρια της Δυτικής Γερμανίας βρήκαν σχεδόν 4.000 άντρες ένοχους σύμφωνα με την §175. Από το 1950 έως το 1969, όταν η §175 τελικά μεταρρυθμίστηκε, η Δυτική Γερμανία είχε καταδικάσει για σοδομισμό περισσότερους άντρες από όσους οι ναζί.

Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, αυξανόμενος αριθμός ακαδημαϊκών από τη νομική και την ιατρική επιστήμη επέμειναν ότι η §175 ήταν ασυμβίβαστη με το δημοκρατικό κράτος, αλλά έπρεπε να φτάσει το 1956 ώστε το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας να μελετήσει τη συνταγματικότητα της, όταν δέχθηκε τις προσφυγές δύο αντρών που είχαν καταδικαστεί στο Αμβούργο. Το επιχείρημα των δύο αντρών –πως ο νόμος ήταν ναζιστικό απολίθωμα που παραβίαζε τις συνταγματικές εγγυήσεις της Γερμανίας για «ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας» και την ισότητα μεταξύ των φύλων (η §175 είναι γνωστό ότι δεν ποινικοποιούσε τη γυναικεία ομοφυλοφιλία)– απέτυχε θεαματικά.

Το δικαστήριο αποφάνθηκε πως η «εκ γενετής ομοφυλοφιλία είναι τόσο σπάνια που μπορεί να αγνοηθεί για πρακτικούς λόγους» – ισχυρισμός εξωφρενικός από ένα δημοκρατικό δικαστήριο, ο οποίος διατυπώθηκε μισό αιώνα πριν από τον διαβόητο ισχυρισμό του Ιρανού προέδρου Αχμαντινετζάντ πως «δεν έχουμε ομοφυλόφιλους». Η υπόθεση διευθέτησε το ζήτημα νομιμότητας της §175, διασφαλίζοντας ότι η Δυτική Γερμανία θα συνέχιζε να επιδιώκει τη δρακόντεια δίωξη των ομοφυλόφιλων αντρών περισσότερο από κάθε άλλο μεταπολεμικό δημοκρατικό κράτος.

Καθώς προχωρούσε η δεκαετία του 1960, τα σεξουαλικά ήθη χαλάρωσαν σε όλη την Ευρώπη και η συντηρητική Δυτική Γερμανία δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Το 1966, το κυβερνών κόμμα της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης μπήκε στον αποκαλούμενο μεγάλο συνασπισμό με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, που έφερε τους σοσιαλιστές στην κυβέρνηση για πρώτη φορά από το 1930. Συγκεκριμένα, ο αριστερίζων υπουργός Δικαιοσύνης Gustav Heinemann άρχισε να πιέζει για μεταρρύθμιση του ποινικού κώδικα. Το 1969, η κυβέρνηση αποποινικοποίησε τελικά την ομοφυλοφιλία μεταξύ συναινούντων ενηλίκων.

Η ανάμνηση των περισσότερων από 30 χρόνων βίαιης καταπίεσης έχει βοηθήσει τους γκέι Γερμανούς –ιδίως το Βερολίνο, το Αμβούργο και την Κολονία– να αναπτύξουν μια από τις πιο ζωντανές γκέι σκηνές στον σύγχρονο κόσμο.

Ωστόσο, η ομοφοβία παρέμεινε ριζωμένη στον γερμανικό ποινικό κώδικα. Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης, η κυβέρνηση δημιούργησε ένα παράξενο παραθυράκι, που έκλεισε πέντε χρόνια αργότερα, το οποίο ποινικοποιούσε τυχόν σεξουαλικές πράξεις μεταξύ ενός άντρα άνω των 18 ετών και ενός άλλου κάτω των 21 ετών. Με άλλα λόγια, εάν δύο 19χρονοι άντρες κοιμόντουσαν μαζί, μπορούσαν να διωχθούν με βάση την §175. Όταν αυτό το παραθυράκι έκλεισε το 1973, η ηλικία συναίνεσης για ομοφυλόφιλο σεξ παρέμεινε υψηλότερη από ό,τι στις ετεροφυλοφιλικές πράξεις. Μέχρι την πλήρη κατάργηση του νόμου το 1994, κάθε χρόνο καταδικάζονταν περίπου 180 άντρες.

Η ζημιά που προκλήθηκε στην γκέι κοινότητα της Γερμανίας, αν και είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί, ήταν μεγάλη. Αναμφίβολα καθυστέρησε την ανάπτυξη του κινήματος δικαιωμάτων των γκέι στη Γερμανία, που απογειώθηκε μόνο στις αρχές της δεκαετίας του ’70, αφότου η κατασταλτική λογοκρισία και η επιθετική αστυνόμευση διέλυσαν τις πρώιμες μεταπολεμικές προσπάθειες οργάνωσης και προβολής.

Η μεταπολεμική Γερμανία δεν ανέπτυξε ποτέ την ίδια ζωντανή queer λογοτεχνική κουλτούρα που χαρακτηρίζει τα μεταπολεμικά αγγλο-αμερικανικά γράμματα. Για κάθε Tony Kushner ή Alan Hollinghurst στον ατλαντικό κόσμο, υπάρχει εκκωφαντική σιωπή στη Γερμανία. Και φυσικά, η Γερμανία παραμένει μία από τις λίγες δυτικές χώρες όπου οι γκέι άντρες και λεσβίες δεν απολαμβάνουν το δικαίωμα του γάμου.

Την ίδια στιγμή, η ανάμνηση των περισσότερων από 30 χρόνων βίαιης καταπίεσης έχει βοηθήσει τους γκέι Γερμανούς –ιδίως το Βερολίνο, το Αμβούργο και την Κολονία– να αναπτύξουν μια από τις πιο ζωντανές γκέι σκηνές στον σύγχρονο κόσμο. Η ζωντάνια των κινημάτων για τα δικαιώματα των γκέι που εμφανίστηκαν απότομα μετά τη μεταρρύθμιση του 1969 βοήθησαν να δημιουργηθεί μια μοναδικά ανεκτική και πειραματική γκέι κουλτούρα που εξακολουθεί να υφίσταται σήμερα – το 2014, το περιοδικό TheNewYorker την είχε αποκαλέσει «το πιο ουσιαστικό και ξεχωριστό στοιχείο» του Βερολίνου.

Η ανάμνηση εκείνων των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών ακόμα βαραίνει τη Γερμανία και τις queer κοινότητές της. Υπενθυμίζει επίμονα ότι ακόμα και οι σύγχρονες δημοκρατίες μπορούν να εφαρμόζουν τις πιο βάναυσες μεθόδους καταστολής και πως οι ελεύθερες εκλογές δεν αποτελούν εγγύηση για τα δικαιώματα των μειονοτήτων.

 

————-

* Ο Samuel Clowes Hunekeείναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Stanford και η διατριβή του επικεντρώνεται στην ομοφυλοφιλία στη μεταπολεμική Γερμανία.

 

Πηγή: vice.com  29-8-2016

Το t-zine.gr χρησιμοποιεί cookies. Προχωρώντας στο περιεχόμενο, συναινείτε με την αποδοχή τους. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ