Ελλάδα: Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017 | 12:11

Με την εμβληματική παρουσία της στα Αμάραντα, η θρυλική τρανς αφηγείται την ιστορία μιας χώρας που πεθαίνει και αναγεννάται και εκεί συναντάμε και τη δική της ζωή

Μπέτυ Βακαλίδου: Έχω φτύσει αίμα για να είμαι κυρίαρχος του εαυτού μου

της Αργυρώς Μποζώνη

 

Στα «Αμάραντα» των Bijoux de Kant, παρελαύνει ένας σπαρακτικός θίασος ζωντανών και νεκρών στην έσχατη παράστασή τους. Ο Μέμος, ο Στάμος, η Μερόπη, η νεκρή καλλιτέχνης Αντώνα. Η εμβληματική αυτή φιγούρα μέσα στα συντρίμμια ενός κατακερματισμένου τόπου και εαυτού, σκοτωμένου και αναστημένου πολλές φορές, παίρνει σάρκα, οστά και πνεύμα από την Μπέτυ Βακαλίδου, τη θρυλική τρανς γυναίκα, που στην μνήμη πολλών συνδέεται με τη δεκαετία του ’80, εποχή αγώνων και διώξεων. Μετά την Στρέλλα του Πάνου Κούτρα, με στην οποία ήταν υποψήφια β’ γυναικείου ρόλου στα βραβεία της Ακαδημίας Κινηματογράφου, μας δίνει μια από τις πιο συγκινητικές και δυνατές ερμηνείες μετουσιώνοντας το κείμενο της Γλυκερίας Μπασδέκη στη φωνή μιας ταραγμένης χώρας και των ανθρώπων της.

«Διαβάζοντας το κείμενο», λέει η Μπέτυ Βακαλίδου, «είχα την αίσθηση ότι πρόκειται για τη φωνή της Ελλάδας. Μια Ελλάδα που περνά μέσα από τον Εμφύλιο, τη Χούντα, την Κούνεβα, τους φασίστες. Η απορία μου προς τον σκηνοθέτη μου, Γιάννη Σκουρλέτη, ήταν γιατί να διαλέξει εμένα και όχι μια ηθοποιό που έχει γεννηθεί γυναίκα. Αυτό, επειδή εγώ νόμιζα ότι μόνο αυτό μπορώ να κάνω, είμαι μια τρανς, μας σηματοδοτεί πάντα το παρελθόν. Εγώ στη συνείδηση του κοινού είμαι μια τρανσέξουαλ. Ο Σκουρλέτης μου απάντησε: «γιαυτό που κουβαλάς». Και το κατάλαβα μπαίνοντας στο κείμενο, γιατί η χώρα μου κουβαλάει πολλά πράγματα, έχει μεταφορικά μια ζωή ταραγμένη σαν τη δική μου.

Αν βάζατε έναν τίτλο στη δική σας ζωή ποιός θα ήταν;

Θα έβαζα κάτι σε σχέση με τις πολλές ζωές που έχω ζήσει. Με τις μεταλλάξεις που έχω υποστεί. Στην παράσταση, άθελά μου έρχονται αυτές οι μνήμες. Από τον πρώτο μονόλογο και τον πόνο ενός μικρού παιδιού μέχρι το τέλος. Γιατί είμαι κι εγώ ένα παιδί που γεννήθηκε στο τέλος του Εμφυλίου και έζησε μια πολύ πυκνή και ζόρικη ζωή.

Έχετε συμφιλιωθεί με τα κομμάτια της ζωής σας;

Απολύτως. Δεν έχω θέμα, γιαυτό είμαι και ήρεμη.

Η μεγαλύτερη δυσκολία που πάντα σας έρχεται στο μυαλό;

Πέρασα πάρα πολύ δύσκολα, κυρίως από τη στιγμή που η οικογένειά μου συνειδητοποίησε τη διαφορετικότητά μου, τη σεξουαλική μου ιδιαιτερότητα. Σε μια οικογένεια ενός χωριού, με τέσσερα αγόρια μεγαλύτερα από εμένα. Συνέβησαν πολλά και μας είχαν απομακρύνει αλλά είχα μια ελπίδα, στα 34, όταν έκανα την αλλαγή φύλου, ότι αυτό θα μπορούσε να τους χαροποιήσει.

Μάθατε ποτέ την αντίδρασή τους;

Ποτέ. Είχαν βγει και τα δυο μου βιβλία στα οποία τους εξέθετα ανεπανόρθωτα.

Με τον Αλέκο Συσσοβίτη στα Αμάραντα

Μετανιώσατε γιαυτό;

Όχι καθόλου. Δεν τόκανα για να τους ξεφωνίσω ή να τους ξεμπροστιάσω ή να τους εκδικηθώ. Δε μπορούσα να γράψω ψέματα, απλώς αυτό. Ξέρετε, το 1988 έκανα μια τελευταία απέλπιδα προσπάθεια να επικοινωνήσω με την μητέρα μου που τότε ακόμα ζούσε, στην Αλεξανδρούπολη. Είχα να της μιλήσω από το 1965, όταν έφυγα από το χωριό μου. Σκεφτόμουν, τι θα πω; «είμαι η Μπέτυ»; Και της είπα «είμαι το τελευταίο σου παιδί». Της είπα «θα ήθελα να σας συναντήσω, έχουν περάσει τόσα χρόνια» και μου είπε «όχι, πέντε άντρες γέννησα εγώ». Ήταν κάτι τραυματικό, πολύ σκληρό.

Αυτή την οικογένεια που σας λείπει την αντικαταστήσατε ποτέ;

Δεν τα κατάφερα. Μιλώντας για την οικογένεια, πάντα έψαχνα να βρω ένα υποκατάστατο. Το έβρισκα ανά διαστήματα και έμοιαζε σαν μικρή ευτυχία. Κάποιες φορές απογοητευόμουν αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι έχω γίνει δύσκολος άνθρωπος όσο μεγαλώνω. Βέβαια αν κοιτάξω γύρω μου, οι άνθρωποι περνούν δυσκολία μεγάλη, το βλέπω στις γυναίκες που είναι μόνες και σε «ανθρώπους σαν και μένα καμωμένους» όπως λέει ο Καβάφης. Εγώ είχα αυτοεκπαιδευτεί να το διαχειρίζομαι καλύτερα. Και αυτή η διαχείριση με οδήγησε σε σωστές αποφάσεις και κινήσεις στη ζωή.

Τους εμπιστεύεστε τους γύρω σας;

Το βλέπετε αυτό το τατουάζ; Γράφει trust noone, το έκανα στα 62 μου ως υπενθύμιση, γιατί απογοητεύτηκα και ένιωσα προδομένη. Παρόλα αυτά, δεν καταφέρνω να το εφαρμόσω πλήρως, νιώθω την ανάγκη –και δε γίνεται διαφορετικά- να εμπιστεύομαι παρόλο που έχω φάει πολλά χαστούκια. Είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης αυτό. Αλλά λέω μέσα μου «δε θα με κάνει κανείς να σταματήσω να εμπιστεύομαι».

 

Στα χρόνια που φύγατε από το σπίτι σας τι συνέβη;

Έφυγα από το χωριό πριν κλείσω τα δεκαπέντε, έμεινα τρεισήμισι χρόνια στο αναμορφωτήριο και μετά μπάρκαρα στα καράβια. Έφτασα στη Νέα Υόρκη, έμεινα δυο χρόνια, έπλενα πιάτα δούλευα σερβιτόρος, γύρισα, ξαναμπάρκαρα συνολικά έμεινα δυο χρόνια στα καράβια και οριστικά γύρισα το 1972. Τότε η θηλυπρέπειά μου είχε αυξηθεί, αλλά δεν υπήρχε καν η σκέψη να γίνω τρανς, από την άλλη υπήρχε τόση παρενόχληση σεξουαλική που δε μπορούσα να κάνω κάτι άλλο και βγήκα στη δουλειά.

Όταν λέτε στη δουλειά…

Στην πορνεία. Είπα να το δοκιμάσω αν και δε το θεώρησα ποτέ εύκολη λύση. Έπρεπε να επιζήσω παρόλο που στην αρχή δυσκολεύτηκα πάρα πολύ και ως προς το ηθικό μέρος και ως προς το πρακτικό. Μέσα σε αυτή την εποχή που σας θυμίζω ήταν πολύ άγρια για τις τρανς, -πράγμα που εν πολλοίς ισχύει και σήμερα, με τη βία εναντίον μας διάχυτη, προβλήματα πρακτικά, να μη μπορείς ούτε σπίτι να νοικιάσεις αλλά και την όψη μας, που ήταν πολύ ασυνήθιστη, -σαν να βλέπεις ένα καραγκιόζη να περνάει στο δρόμο. Τη χάνεις τη μπάλα, είναι δυσβάσταχτο περιβάλλον, γιαυτό και δικαιολογώ τα κορίτσια που καταλήγουν στα ναρκωτικά για να ξεφύγουν από τον πόνο της καθημερινότητας.

Εσείς θέλατε να ζήσετε μια καλύτερη ζωή;

Ήθελα, αλλά δεν ήξερα πώς. Είχα διαβάσει αρκετά όσο ήμουν στο αναμορφωτήριο, πήγαινα συνέχεια θέατρο και κινηματογράφο, είχα δει όλα τα έργα της Λαμπέτη, του Κατράκη, ήθελα να βλέπω τα καλύτερα. Μετά, επέστρεφα στη δουλειά. Δούλευα μηχανικά και το μυαλό μου ήταν πίσω, σε αυτό που είχα δει. Αυτό κράτησε την ισορροπία μου στη φρίκη της δουλειάς, η τέχνη και δε το λέω με την πομπώδη έννοια, αλλά με αυτή της διαφυγής από την πραγματικότητα. Έτσι, μου ήταν λιγότερο επώδυνη η δουλειά.

Υπήρξε μια στιγμή που καταλάβατε ότι η ζωή σας άλλαζε;

Ήταν η στιγμή που θα κατετίθετο ένα νομοσχέδιο που κατ΄ ουσία θα εξόριζε ομοφυλόφιλους και τρανς, ήταν η στιγμή που ξεσηκωθήκαμε και συγκεντρωθήκαμε για πρώτη φορά, για να κάνουμε κάτι και η πρώτη φορά που μίλησα δημόσια. Βγήκα, γιατί δεν είχα τίποτα να χάσω και αυτή η κίνηση αποδείχτηκε σημαδιακή, βρήκα φωνή, τόλμησα και την έβγαλα και με προσέγγισαν άνθρωποι ανοιχτόμυαλοι, είδα την αποδοχή ανθρώπων μορφωμένων, ανθρώπων της τέχνης και αυτό με ισορρόπησε, στέριωσε τα πόδια μου και από εκεί και πέρα δεν έχασα αυτή την ισορροπία ότι και αν πέρασα.

 

Αυτό μπορεί να θεωρηθεί σαν το πρώτο βήμα φυγής σας από τη ζωή που κάνατε;

Πιστεύω ότι τα άτομα που ανήκουν στο περιθώριο, όσο πιο πολύ τα αποκλείεις από την κοινωνική ζωή τόσο τα εξαγριώνεις ή τα σπρώχνεις σε άλλες ατραπούς. Εμένα αυτή η φωνή μου έδωσε δύναμη φυγής μακριά από το περιθώριο, χωρίς κραυγές ή φωνές απελπισίας. Ένιωθα ότι δεν ανήκα εκεί και ότι εκεί δεν έπρεπε να γεράσω, χωρίς φυσικά να απαρνούμαι αυτά που είχαν συμβεί, τη ζωή μου εννοώ.

Τα καταφέρατε, τι πιστεύετε;

Έκανα αυτή την εργασία μέχρι το 2000. Φρόντισα τα οικονομικά μου να μπορέσω να ζήσω το υπόλοιπο του βίου μου όπως ήθελα.

Πόσο δύσκολα φεύγει κάποιος από αυτή τη δουλειά;

Ο άνθρωπος νομίζω μπορεί να καταφέρει τα πάντα. Σήμερα υπάρχουν τρανς που έχουν σπουδάσει, πιο μορφωμένοι από τις δικές μας γενιές, δεν είναι ακατόρθωτο. Ο καθένας από εμάς έχει διαφορετικά βιώματα και καταβολές. Εγώ, παρόλο που το σπίτι μου και τον τόπο μου τα έχω διαγράψει, θέλω να σας πω ότι έζησα σε μια πολύ καλή και σωστή οικογένεια. Μπορεί να μην έχω συγχωρέσει τους γονείς μου αλλά μέχρι τα δώδεκά μου έζησα σε ένα σπίτι με αρχές, με έναν πατέρα που δεν ήταν αλκοολικός, δούλευε σαν σκυλί στα χωράφια, η μάνα μου το ίδιο, ένα σπίτι που μου έμαθε να είμαι συνεπής να μην εκμεταλλεύομαι ανθρώπους και κυρίως να εργάζομαι. Αυτό δε μπορώ να μη το αναγνωρίσω.

 

Πιστεύετε στα πρότυπα; Έχετε κάποιο;

Έμαθα να είμαι καλός δέκτης, να διαβάζω, να ακούω και να καλλιεργώ ένα καλό γούστο. Από όλους τους ανθρώπους που συναναστρέφομαι «κλέβω» κάτι, από όλους και από την παραμικρή κουβέντα τους. Και αυτό μετουσιώνεται σε κάτι. Καθόρισε και τις πράξεις μου. Ας πούμε σκέφτομαι συχνά: τι θα έλεγε ο τάδε αν μάθαινε αυτό για μένα; Θα ντρεπόμουν λοιπόν να κάνω κάτι άδικο, άτιμο, κάτι που θα έκανε κάποιον που με γνωρίζει να ντραπεί για λογαριασμό μου.

Σκεφτήκατε ποτέ να κάνετε άλλη δουλειά;

Κάποιες από εμάς έκαναν κάποιες επιχειρήσεις, λίγες πρόκοψαν, γιατί και προκατάληψη υπάρχει και η αντίληψη «η πουτάνα κόβει την πουτανιά»; Γιατί είναι αλήθεια ότι αυτό εθίζεσαι να κάνεις. Αλλά είχα ένα παράπονο, ενώ είχα φίλους να με συνεταιρισθούν, δε το σκέφτηκε κανείς ποτέ και δεν ήταν τα λεφτά μόνο.

Υπάρχει στο μυαλό σας, μια πίσω σκέψη ότι μπορεί κάποιος να σας λοιδορήσει, να σας κοιτάξει κάπως αδιάκριτα, στο δρόμο, σε ένα δημόσιο χώρο;

Ναι, γιατί το έχω φάει στη μάπα, πολύ. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάνω υποχωρήσεις. Δεν κάνω πίσω. Γιατί έχω φτύσει αίμα να είμαι κυρίαρχος του εαυτού μου και δε θα άφηνα κανέναν να μου κάνει κουμάντο, πόσω μάλλον το βλέμμα των άλλων. Από τότε που έφυγα από το σπίτι μου έκανα ένα δρόμο απίστευτο για να καταφέρω να είμαι αυτάρκης. Ανά πάσα στιγμή πάω βόλτα, σινεμά, ταξίδια μόνη μου ή με τους φίλους μου. Απλώς σήμερα δεν είμαι πλέον τόσο ανεκτική όσο παλιότερα. Ανέχθηκα τόσα κορμιά και τόσους άντρες αυτό με έκανε ευαίσθητη ακόμα και στους θορύβους του κόσμου. Είναι ο λόγος που δε μπορώ τις φασαρίες και τον πολύ κόσμο και επιδιώκω να είμαι μόνη μου. Θέλω την ησυχία μου και εκτιμώ τη μοναξιά μου. Γιαυτό και δεν συγκατοίκησα, παρά μόνο με την πρώτη μου σχέση που κράτησε επτά χρόνια. Κάποτε το ήθελα, αλλά σε αυτά πρέπει να έχεις και λίγη τύχη και να υπάρχει και το «και χείρα κίνει»…

 

Υπάρχουν φορές που νιώθετε πολύ κουρασμένη;

Στη ζωή όλοι παίζουμε ρόλους. Έχω παίξει πολλούς ρόλους και καμιά φορά δεν καταλαβαίνεις που σταματάει ο ρόλος και που αρχίζει η πραγματικότητα. Οπότε σαν όντα και άνθρωποι σε μια κοινωνία, είμαστε μαγκωμένοι, έστω υποσυνείδητα. Πολλές φορές έχω νιώσει στο μετρό, ή όταν περπατάω στο δρόμο μετά το γυμναστήριο ότι θέλω να πέσω, να αφεθώ και να σωριαστώ. Αλλά ξέρω ότι ενδόμυχα αυτό το αίσθημα είναι πιο συμβολικό, σαν να περιμένω να βρεθεί μια αγκαλιά να με συγκρατήσει. Σαν να αναζητώ ένα αποκούμπι, ένα στήριγμα. Φυσικά δε συμβαίνει ποτέ, τελικά δεν αφήνομαι.

Πηγή: thetoc.gr

Το t-zine.gr χρησιμοποιεί cookies. Προχωρώντας στο περιεχόμενο, συναινείτε με την αποδοχή τους. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ