Ελλάδα: Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017 | 22:07

T-zine.gr

Συνεντεύξεις

Κώστας Δουζίνας: Ο αγώνας των ΛΟΑΤΚΙ κινημάτων μάς κάνει περισσότερο ανθρώπους

Συνέντευξη του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και καθηγητή Νομικής στην «Εποχή»

Το νομοσχέδιο για την ταυτότητα φύλου είναι πια νόμος του κράτους. Τι σημαίνει αυτό για τα διεμφυλικά άτομα, που μέχρι πρότινος ήταν στο κοινωνικό περιθώριο;

Ο νόμος αυτός είναι μια μεγάλη επιτυχία της κυβέρνησης και της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί έδειξε τη διαφορά δύο κόσμων στο ζήτημα των δικαιωμάτων. Η Αριστερά έχει δώσει ιστορικά μεγάλους αγώνες για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα στην αρχή, για τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα αργότερα, και τώρα για τα δικαιώματα ομάδων συνανθρώπων μας, στους οποίους δεν αναγνωρίζεται πλήρως η ανθρώπινη ιδιότητα. Δεν υπάρχει κανένα μεγάλο δικαίωμα, νομικό, συνταγματικό ή ανθρώπινο, το οποίο δεν ξεκίνησε μέσα από αγώνες των εργαζόμενων, των συνδικάτων, των δημοκρατικών και αριστερών δυνάμεων. Πολλά από αυτά τα δικαιώματα κατακτήθηκαν με μεγάλες θυσίες και αίμα. Δεν ανήκουν, λοιπόν, τα δικαιώματα στους φιλελεύθερους ή τους αστούς, όπως ίσχυε στην αρχή τους. Εδώ, όμως, θέλω να κάνω μια διευκρίνιση σε σχέση με το νόμο για τη φυλομετάβαση. Το νομοσχέδιο αυτό, όπως και άλλα προηγούμενα νομοσχέδια για τους ομοφυλόφιλους, τις γυναίκες ή τους μετανάστες, δεν είναι νομοσχέδια απλώς για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αποτελούν νομικές μεταρρυθμίσεις και πολιτικές πρωτοβουλίες, οι οποίες αναγνωρίζουν τη βασική ανθρώπινη ιδιότητα για ομάδες που δεν την είχαν προηγούμενα.

Από τη στιγμή της μεταρρύθμισης αποκτούν αναγνώριση της ταυτότητας, της συνείδησής τους, πολιτικά και, βέβαια, νομικά. Όταν οι δούλοι αντιμετωπίζονταν σαν αντικείμενα, όταν οι γυναίκες αντιμετωπίζονταν σαν ιδιοκτησία των πατεράδων και των συζύγων, το ζήτημα δεν ήταν ότι δεν τους αναγνωρίζονταν τα δικαιώματά τους, αλλά ότι δεν τους αναγνωριζόταν το πιο βασικό χαρακτηριστικό της ταυτότητάς τους και επομένως τους έβαζαν σε μια κατηγορία που δεν ήταν πλήρως άνθρωποι. Μόνο από τη στιγμή που αναγνωρίστηκαν ως πλήρεις άνθρωποι μπορούν να απαιτήσουν όλα τα άλλα δικαιώματα. Αντίστοιχα, η ομοφυλοφιλία ήταν ποινικό αδίκημα μέχρι πριν πενήντα χρόνια σε δυτικά κράτη -και παραμένει σε πολλά άλλα σήμερα. Μόνο από τη στιγμή που αποποινικοποιήθηκε, αναγνωρίστηκε στους γκέι και στις λεσβίες η βασική τους ανθρώπινη ιδιότητα, ότι δηλαδή δεν είναι έγκλημα το να έχεις σχέση με ανθρώπους του ίδιου φύλου. Έκτοτε αρχίζουν να αναγνωρίζονται σταδιακά, και δυστυχώς όχι ακόμα πλήρως, τα δικαιώματά τους. Με αυτή την έννοια πρέπει να διευκρινίζουμε, όταν μιλάμε για ανθρώπινα δικαιώματα, πως τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, είναι πάντα σε μια διαδικασία διεκδίκησης.

Τα δικαιώματα δεν ανήκουν στους ανθρώπους επειδή είμαστε άνθρωποι, αλλά είμαστε περισσότερο ή λιγότερο άνθρωποι στο μέτρο που έχουμε περισσότερα ή λιγότερα δικαιώματα. Πρώτα έρχεται η νομική και κοινωνική αναγνώριση και μετά τα δικαιώματα. Αν αναλογιστούμε όλα αυτά, τότε είναι αβίαστο συμπέρασμα ότι ο νόμος της φυλομετάβασης αποτελεί μια μεγάλη, νέα τομή, η οποία αναγνωρίζει μια κατηγορία συνανθρώπων μας ως πλήρεις πολίτες και αρχίζει ο αγώνας για να ακολουθήσουν όλα τα άλλα δικαιώματα και προνόμια που έχει ο πλήρης άνθρωπος.

«Ντροπή για το κοινοβούλιο ο κακοποιητικός λόγος»

 

Ο λόγος που ακούστηκε στη βουλή από μεγάλη μερίδα της αντιπολίτευσης ήταν αρκετές φορές ρατσιστικός και κακοποιητικός. Ποια τα συμπεράσματά σου από τη συζήτηση επί του νομοσχεδίου;

Η συζήτηση που έγινε στη βουλή αποτελεί ένα από τα χειρότερα παραδείγματα του τι σημαίνει να διαβουλεύεται ένα κοινοβούλιο για σημαντικότατα κοινωνικά, δικαιωματικά θέματα. Αυτά που ακούστηκαν, ακόμα και από πολιτικούς ηγέτες, είναι ντροπή για οποιοδήποτε κοινοβούλιο. Αν, δε, εκφωνούνταν σε κάποια άλλα κοινοβούλια, θα μπορούσαν να οδηγήσουν ακόμα και σε ποινικές διώξεις. Ελπίζω ειλικρινά αυτό που ζήσαμε να μην επαναληφθεί. Οι κραυγές περί «ανώμαλων» ή «μη φυσικής κατάστασης» και η πλήρης ταύτιση με τα πιο ακραία κομμάτια της εκκλησιαστικής ιεραρχίας δεν περιποιούν τιμή στο ελληνικό κοινοβούλιο.

Και ήταν αυτές οι απόψεις που έδωσαν το δικαίωμα σε εφημερίδες και ιστοσελίδες να ξεκινήσουν μια σειρά από ύβρεις και κατάρες, οι οποίες μας γυρίζουν σε χρόνους και απόψεις που βγήκαν σαν βρικόλακες από το χειρότερο παρελθόν. Από την άλλη πλευρά, η παρουσία της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι στα θέματα των αρχών και των δικαιωμάτων είμαστε απόλυτα ενωμένοι και αφοσιωμένοι και δεν κάνουμε καμία υποχώρηση.

Ένα από τα βασικά «επιχειρήματα» της αντιπολίτευσης, αλλά και μερίδας του Τύπου, ήταν ότι «η κοινωνία δεν είναι έτοιμη».

Σε κανέναν από τους μεγάλους αγώνες για δικαιώματα και για αναγνώριση ταυτότητας δεν ήταν οι κοινωνίες έτοιμες. Ήταν ο αγώνας, που ξεκινούσαν ομάδες αποκλεισμένες από την κοινωνική αναγνώριση, ο οποίος σταδιακά και μετά από μεγάλα χρονικά διαστήματα άλλαζε τις κοινωνίες. Λέγεται –ως κοινοτυπία- ότι μια κυβέρνηση και μια βουλή πρέπει να ακολουθεί την κοινωνία. Εντούτοις σε πάρα πολλές ιστορικές περιόδους διεθνώς, αλλά και στην Ελλάδα, ήταν η πολιτική ηγεσία και οι βουλευτές που πήραν την πρωτοβουλία σε θέματα που έχουν σχέση με δικαιώματα, ακόμα και εναντίον στην κοινότυπη άποψη της κοινωνίας.

Ένα κλασικό παράδειγμα είναι η θανατική ποινή. Σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη έρευνες δείχνουν ότι ο κόσμος ήταν και είναι υπέρ της θανατικής ποινής, όμως βρέθηκαν εκείνες οι πολιτικές ηγεσίες που είπαν ότι ανεξάρτητα του τι πιστεύει μια πιθανή κοινωνική πλειοψηφία, η βάρβαρη αυτή ποινή πρέπει να σταματήσει. Σε μεγάλα θέματα αρχών, η πολιτική ηγεσία έχει ευθύνη να επιδιώξει να αλλάξει αντιδραστικές κοινωνικές απόψεις και δεισιδαιμονίες, που επιβιώνουν παρά την καθολική τους απόρριψη από την επιστήμη ή την ηθική. Έτσι προχωρά η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Και ο νόμος για τη φυλομετάβαση αποτελεί τέτοιο παράδειγμα. Ο αγώνας των ΛΟΑΤΚΙ κινημάτων για αναγνώριση και ισότητα μας κάνει όλους τους υπόλοιπους περισσότερο ανθρώπους.

Η στάση του ΚΚΕ, με την επιστημονικά τεκμηριωμένη –όπως την αποκάλεσε- τοποθέτησή του, προκάλεσε έκπληξη στους κόλπους της αριστεράς, τουλάχιστον. Γιατί επέλεξε μια τόσο αναχρονιστική θέση;

Οι παρεμβάσεις του ΚΚΕ στο νομοσχέδιο της φυλομετάβασης συνέβαλαν στη θλιβερή εικόνα της βουλής. Δεν έφτασε στα σημεία της αγριάδας και της βαρβαρότητας που ακούσαμε από άλλους κοινοβουλευτικούς, εντούτοις έδειξε ότι το κόμμα αυτό με τη μεγάλη του παράδοση και τους μεγάλους αγώνες για τα δικαιώματα των εργαζόμενων και των κοινωνικών μειονοτήτων δεν έχει καμία κατανόηση για τον τρόπο με τον οποίο μία κοινωνία πρέπει να εκπαιδεύεται, να ακούει από τους αριστερούς και τους προοδευτικούς βασικές αρχές και αξίες.

Η δε συνεχής του αναφορά στην «επιστήμη» και την «επιστημονική» άποψη περί ανθρώπινης φύσης δείχνει ότι ένα κόμμα, που στηρίζει σε μεγάλο βαθμό την παρέμβασή του στον επιστημονικό λόγο, όχι μόνο δεν καταλαβαίνει τι λέει η επιστήμη ή πώς λειτουργεί η ανθρώπινη «φύση», αλλά ότι μέσα στην προσπάθεια να ακολουθήσει μια γραμμή λαϊκίστικης σύμπτωσης με την υποτιθέμενη πλειοψηφία των πολιτών, εγκαταλείπει βασικές αρχές και αξίες, που έχουν χαρακτηρίσει την αριστερά και τα κομμουνιστικά κινήματα σε όλη την ιστορία του 20ου αιώνα, και χρησιμοποιεί προφάσεις «επιστημονικότητας». Τα προβλήματα φύλου και σεξουαλικότητας δεν μπορούν να περιμένουν ούτε τη Δευτέρα Παρουσία, ούτε τη χιλιαστική έλευση του σοσιαλισμού.

«Ήρθε η ώρα για το διαχωρισμό κράτους – εκκλησίας»

 

Η Εκκλησία τοποθετήθηκε –και πάλι- απέναντι στην τρανς κοινότητα, με μερίδα της αντιπολίτευσης να υιοθετεί τα επιχειρήματά της για να καταψηφίσει το νόμο. Έχει έρθει η ώρα να μπουν όρια στο που μπορεί να παρεμβαίνει η εκκλησία;

Καταρχάς, δεν θεωρώ ότι δεν μπορεί να έχει άποψη η εκκλησιαστική ιεραρχία. Αντίθετα, μπορεί να εκφράζει τη γνώμη της για θέματα που αφορούν κοινωνικές αρχές και θρησκευτικές αξίες. Αλλά η άποψη που εκφράστηκε, αντιτίθεται σε βασικές αρχές του χριστιανισμού. Οι λόγοι είναι δύο. Πρώτον, οποιοσδήποτε πιστεύει στον άνθρωπο και προσπαθεί να προωθήσει πανανθρώπινες αξίες, δεν μπορεί να αρνηθεί ότι αυτή η μικρή αριθμητικά ομάδα των συνανθρώπων μας αντιμετωπίζει μια κοινωνική απαξίωση, επιθέσεις, στοχοποιήσεις και εξευτελισμούς, τις οποίες κανένας χριστιανός δεν μπορεί να ανεχτεί, ανεξάρτητα από τις προσωπικές του πεποιθήσεις. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη σχέση ανάμεσα σε μια υποτιθέμενη κοινή γνώμη και τους πνευματικούς ταγούς.

Εφόσον καταλαβαίνεις τη σημασία της απελευθέρωσης αυτών των ανθρώπων από τις επιθέσεις που δέχονται στην καθημερινή τους ζωή, είσαι υποχρεωμένος ως πνευματικός ηγέτης να παιδεύεις και να εκπαιδεύεις την κοινωνία, και όχι να ακολουθείς τις ακραίες κραυγές κάτω από την προσχηματική δήλωση ότι αυτά τα επιβάλλει το ευαγγέλιο. Το ευαγγέλιο πρεσβεύει την αγάπη και η υποχρέωση της εκκλησιαστικής ιεραρχίας είναι να προωθεί τη φιλανθρωπία, την ανοχή, την καταπράυνση των μισαλλόδοξων και τον τερματισμό της θυματοποίησης συνανθρώπων μας.

Το ζήτημα της σχέσης κράτους και εκκλησίας, το αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία σε όλη της την ιστορία. Σήμερα οι σχέσεις με την εκκλησία πρέπει να περάσουν σε μια κατάσταση κανονικότητας. Υπάρχει μια σημαντική επιστολή του Πάπα Γελάσιου στον Αυτοκράτορα Αθανάσιο το 494 μ.Χ. με τίτλο «Duo Sunt». Υπάρχουν δύο εξουσίες, η κρατική και η θρησκευτική και η μία δεν πρέπει να ανακατεύεται με την άλλη. Όταν, όμως, μπαίνουν θέματα που πηγαίνουν στην καρδιά της αξιακής θεμελίωσης της κοινωνίας, είναι υποχρεωμένη η εκκλησία να υποστηρίζει τις μεγάλες αρχές της αγάπης, της φιλανθρωπίας, της αλληλεγγύης, της προστασίας των καταδιωκόμενων. Το γενικότερο θέμα των σχέσεων πολιτείας – εκκλησίας συζητείται και πάλι, στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης, και νομίζω ότι ήρθε πια η ώρα να γίνει ένας διαχωρισμός, έτσι ώστε οι δύο χώροι να ξεκαθαριστούν και τυπικά, παρότι έχουν ήδη ξεκαθαριστεί σε μεγάλο βαθμό στην ουσία τους. Η Ελλάδα δεν θα γίνει πιστεύω ένα σύγχρονο δημοκρατικό και προοδευτικό κράτος, αν δεν μπουν καθαρές διαχωριστικές γραμμές.

Εδώ μπορούν να υπάρξουν διαφορετικές θέσεις και να γίνει μια ειλικρινής συζήτηση. Αλλά όταν το θέμα αφορά την ίδια την ύπαρξη ενός βασανισμένου τμήματος του «ποιμνίου», δεν μπορεί να υπάρξει καμία συζήτηση πέρα από την παροχή προστασίας και τη χάρη της αγάπης. Αν δεν αγκαλιάσει η εκκλησία τους ανθρώπους που υποφέρουν από την κοινωνική κακία, άγνοια και δεισιδαιμονία, ακόμη κι αν είναι λίγοι, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι είναι κοινωνία αγάπης. Η θρησκευτική αγάπη, όπως και η πολιτειακή ισονομία, κρίνονται από την προστασία που δίνουν σε μειοψηφίες και όχι από τη ρητορική υποστήριξη των «σιωπηρών» πλειοψηφιών. Η αγάπη, η ισότητα, η αλληλεγγύη επιβιώνουν ως απόκριση και σκύψιμο στο πρόσωπο του άλλου που υποφέρει.

 

© T-zine.gr  με πληροφορίες left.gr

Το t-zine.gr χρησιμοποιεί cookies. Προχωρώντας στο περιεχόμενο, συναινείτε με την αποδοχή τους. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ