Γράφει η ‘Aννα Απέργη


Παρασκευή πρωί. Χτυπάει το τηλέφωνό μου – είναι η Μάρθα, μία φίλη από παλιά. Mου προτείνει να πάμε σε ένα μασκέ πάρτι. Μιλάμε για αρκετή ώρα, συζητώντας τί θα ντυθούμε, τί θα φορέσουμε.

Όσο μιλούσαμε, ήμουν χαρούμενη και γελούσα με τα πειράγματα που κάναμε η μία στην άλλη για τις αποκριάτικες φορεσιές. Μα, μόλις έκλεισα το τηλέφωνο, μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες από το παρελθόν. Εικόνες θολές, ξεθωριασμένες από το πέρασμα του χρόνου, μα ταυτόχρονα και τόσο έντονες στα μάτια της ψυχής μου.

Εικόνες μιας περασμένης Αποκριάς, όταν ήμουν ακόμα παιδί. Ανέμελη, μοναχοπαίδι. Ό,τι ήθελα, ό,τι ζητούσα έπρεπε να το έχω στα πόδια μου. Κακομαθημένο, με έλεγε μία θεία μου. Ίσως και να ήμουν, μα δεν έφταιγα εγώ γι’ αυτό, έτσι με είχαν μάθει.

Παρασκευή πρωί, στο σπίτι της φίλης μου της Μάρθας. Η μητέρα της, η κυρία Μαίρη, τής ετοιμάζει την αποκριάτικη στολή. Θα ντυνόταν φάντασμα. «Εσύ Κωστάκη τι θα ντυθείς;» με ρώτησε. «Γυναίκα ρε μαμά, τι νόμιζες θα ντυθεί;», απάντησε κατευθείαν η Μάρθα πριν προλάβω να ψελλίσω καν. Η κυρία Μαίρη χαμογέλασε. Όχι ειρωνικά, όχι. Ίσα, ίσα θα έλεγα το θεωρούσε κάτι φυσιολογικό. Ήταν κάτι πολύ φυσικό γι’ αυτή. Η κυρία Μαίρη, ψηλή, δυναμική, με μακριά ξανθά μαλλιά και ένα βλέμμα που σε μαγνήτιζε. Πάντα την θαύμαζα αυτή τη γυναίκα και τη θαυμάζω ακόμα.

«Γυναίκα ρε μαμά, τι νόμιζες ότι θα ντυθεί», ακόμα ηχεί στα αφτιά μου η φωνή της Μάρθας. Το θεωρούσαν όλοι δεδομένο, ότι στις Απόκριες πάντα «ο Κώστας» θα ντυνόταν γυναίκα. Δεν μπορούσαν καν να σκεφτούν κάτι άλλο, γιατί απλά με θεωρούσαν γυναίκα. Ήμουν γυναίκα. Ήμουν, απλά εγώ ήμουν μπερδεμένη με το τι ακριβώς συμβαίνει μέσα μου. Προσπαθούσα να καταλάβω γιατί. Γιατί αφού αισθάνομαι σαν την φίλη μου την Μάρθα, εγώ δεν είμαι εξωτερικά σαν αυτή. Γιατί, γιατί, γιατί. Ένα «γιατί» που με βασάνιζε για πολλά χρόνια.

«Γυναίκα ρε μαμά, τι νόμιζες ότι θα ντυθεί». Και ντυνόμουν. Φορούσα το σουτιέν της Μάρθας στημένη μπροστά στον καθρέφτη του παιδικού της δωματίου, βάζοντας μέσα βαμβάκι και κάλτσες για να φτιάξω το στήθος μου. Η Μάρθα μου έφερνε κι άλλες κάλτσες πιο χοντρές και μεγάλες «βάλε και αυτές να δείχνουν πιο μεγάλα, τεράστια, αρέσει αυτό στα αγόρια», μου έλεγε. Όχι, της απαντούσα, τα θέλω κανονικά, ενώ τα έφτιαχνα επιδέξια με τα χέρια μου. «Βάλε καλέ, σιγά Απόκριες έχουμε», μου έλεγε γελώντας. Μα εγώ δεν είμαι καρναβάλι Μάρθα, δεν ντύνομαι για τις Απόκριες, της έλεγα, παίρνοντας πόζες και κάνοντας μορφασμούς βλέποντας το είδωλό μου να μεταμορφώνεται στον καθρέφτη σε αυτό που πραγματικά ήμουν.

Δώσε μου ένα μπλουζάκι, είπα στη Μάρθα. «Μα καλά πλάκα κάνεις, φόρεμα θα βάλεις» μου απάντησε δίνοντας μου ένα κοντό φόρεμα βραδινό και αρκετά εφαρμοστό. Πήρα το φόρεμα και το ακούμπησα επάνω στο κορμί μου παίρνοντας ναζιάρικες πόζες μπροστά στον καθρέφτη του παιδικού της δωματίου. Πολύ κοντό είναι ρε Μάρθα, «έτσι πρέπει αγάπη μου, να ζαλιστούνε όλοι», μου απάντησε. Βάζοντας το φόρεμα μία άλλη αίσθηση ξυπνούσε μέσα μου. Όσο το ύφασμα αγκάλιαζε όλο και πιο πολύ το κορμί μου, τόσο πιο καλά και άνετα αισθανόμουν. «Είδες που στα ‘ λεγα, μια κούκλα είσαι και ακόμα δεν είδες τίποτε, κάτσε να σε βάψω και θα δεις», μου είπε η Μάρθα, ενώ εγώ έπαιρνα πόζες και διόρθωνα το φόρεμα.

Η Μάρθα πήρε τα καλλυντικά της και με έβαλε να κάτσω στο κρεβάτι της «τώρα θα σε κάνω κουκλάρα», μου είπε και άρχισε να με βάφει. Μην με βάψεις έντονα, της έλεγα κάθε τόσο, θέλω να φαίνομαι κορίτσι, όχι καρναβάλι. Η Μάρθα γελούσε, ενώ συνέχιζε να με βάφει. «Θα σε βάψω όπως βάφομαι εγώ, μην αγχώνεσαι, όλοι θα σε περνάνε για κορίτσι θα δεις». Καθόμουν ήρεμη και απολάμβανα αυτό που δεν μπορούσα να κάνω όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου, παρά μόνο τώρα αυτές, τις ημέρες της Αποκριάς. Να βαφτώ, να ντυθώ με φορέματα, να φορέσω περούκες με μακριά μαλλιά. Να βγάλω έξω όλο αυτό που πραγματικά είχα εγκλωβισμένο μέσα μου.

«Τέλειο», φώναξε η Μάρθα τελειώνοντας το μακιγιάζ. Έβλεπα τα μάτια της να φεγγοβολάνε χαρούμενα από το αποτέλεσμα, ενώ εγώ χαμογελούσα αμήχανη. Πήρε στα χέρια της την περούκα που είχαμε αγοράσει από ένα κατάστημα παιδικών παιχνιδιών, που πουλούσε αποκριάτικες φορεσιές και αξεσουάρ. Μία περούκα με μακριά κατάμαυρα σγουρά μαλλιά. Την τίναξε κανα-δυό φορές για να ξεχωρίσουν καλά οι μπούκλες της και μου τη φόρεσε στο κεφάλι μου. «Τέλεια», μου είπε γελώντας, ενώ την χτένιζε λίγο με τα χέρια της. Σηκώθηκα αμέσως όρθια. Τα μάτια μου γούρλωσαν από χαρά κοιτώντας το είδωλο μου στον καθρέφτη. Έμεινα ακίνητη εκεί για κάποια ώρα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω πως ήμουν εγώ. Ήμουν εγώ!

«Τώρα μένει η τελευταία λεπτομέρεια, πως θα σε φωνάζουμε», μου είπε η Μάρθα, ξύνοντας απαλά το μάγουλό της.

Άννα, της απάντησα αμέσως χωρίς δεύτερη σκέψη.

Θα με φωνάζετε Άννα.

 

© T-zine.gr

Το t-zine.gr χρησιμοποιεί cookies. Προχωρώντας στο περιεχόμενο, συναινείτε με την αποδοχή τους. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ