«Ἐρωτικὰ καὶ Λυρικά» – ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

«Ἐρωτικὰ καὶ Λυρικά»

 

Ἑρμηνευτικὴ Προσέγγισις

Από την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Ρούλας Σκούταρη: «Ερωτικά και Λυρικά» την Τετάρτη 26 Οκτωβρίου, στο βιβλιοπωλείο: «Πολύχρωμος Πλανήτης».

Γράφει ο Φίλιππος Ἀγγελῆς

Ερωτικά και λυρικάὉ Ἀμερικανὸς ποιητής, μυθιστοριογράφος καὶ ἐκδότης, Carl Sandburg, ἰσχυρίζετο ὅτι «ποίηση εἶναι τὸ ἡμερολόγιο, τὸ ὁποῖο κρατᾷ ἕνα θαλάσσιο πλάσμα, ποὺ ζεῖ στὴ στεριὰ καὶ ποὺ θὰ ἤθελε νὰ μπορεῖ νὰ πετάξει». Καὶ ἡ ποίηση τῆς Ῥούλας Σκούταρη μᾶς ὑπόσχεται οὐρανό, ἀφοῦ μετ’ ἀφοπλιστικῆς εἰλικρινείας ἀντιμετωπίζει τὸ ῥῆγμα, ποὺ ἐγκαταλείπει ἀβοήθητο στὴν ψυχὴ τὸ συνταρακτικὸ τὸ βῆμα τοῦ χρόνου, μαζὶ μὲ τὴν πληγὴ τῆς φθορᾶς καὶ ἐκείνη τὴν αἴσθηση τῆς θνητῆς ἀθανασίας, ποὺ ἀνῃρημένη πηγαίνει καὶ φωλιάζει μέσα σὲ στίχους μεταγωγικούς, λαχταρῶντας ἕνα κομμάτι ἀμέμπτου φωτός.

Ἀξίζει νὰ ἐπιστήσουμε τὴν προσοχή μας στὴ ῥοπὴ τοῦ ποιητικοῦ ἔργου τῆς δημιουργοῦ πρὸς τὴν ἀπογύμνωση τῶν πραγμάτων καὶ –συγχρόνως– στὴν ἱκανότητά της νὰ ἁρπάζει θέματα σκληρὰ καὶ νὰ τὰ κατευνάζει μὲ στωικότητα καὶ λυρισμό. Παρουσιάζει, βεβαίως, τὸ ἄσχημο, τὸ ἀπάνθρωπο, τὸ ἡμιτελές, τὴν τραχύτητα μὲ τὴν ὁποία συνυφαίνεται ἀναποφεύκτως ἡ καθημερινότης μας, τὸν ἐσωτερικὸ πόνο καὶ τὴν καταναγκαστικὴ ἐπανάληψη, ἀλλὰ –σχεδὸν πάντοτε– μέσῳ τοῦ πρίσματος μιᾶς λελυτρωμένης καὶ αὐτοσαρκαστικῆς δυνάμεως, ποὺ τῆς παρέχουν πλέον ἡ σοφία καὶ ἡ ἐμπειρία τῶν χρόνων της.

Τὸ ὑποκειμενικὸ στοιχεῖο μετὰ τῆς εὐαισθησίας καὶ τοῦ εὐγενικοῦ πάθους ἑνὸς μικροκόσμου, καταφέρουν νὰ πλάθουν καὶ νὰ ἐκφράζουν εἰκόνες καὶ συναισθηματικὲς καταστάσεις τοῦ ἀντικειμενικοῦ μακροκόσμου. Ἡ ποίησή της ἀναδίδει μία αἴσθηση ἄναρχης καὶ ἀτελεύτητης πάλης τῆς εἰκόνος καὶ τοῦ συναισθήματος.


«Οἱ γυναῖκες ποὺ χάθηκαν ἀπ’ τὴ ζωή μας σὰν καταιγίδα ἐαρινή, ὅπως ὁ ἥλιος ποὺ χαράζει τὸ διάβα του καὶ βουλιάζει στὰ κύματα. Κι ὅμως, κάποτε ἦταν στὸ πλάι μας… Ζούσαμε μαζί τους, ἀγαπηθήκαμε, κλάψαμε, γελάσαμε, χαρήκαμε καὶ πονέσαμε μαζί τους. Κρατούσαμε τὸ χέρι τους, φιλούσαμε τὰ χείλη τους, χαιρόμασταν τὸ κορμί τους. Μονάχα οἱ μνῆμες μένουν… Μνῆμες μὲ ὀνόματα θηλυκά, ποὺ κάποτε καλούσαμε μὲ γλύκα, ποὺ κάποτε ἀκούγανε καὶ ἀποκρίνονταν. Μόνο οἱ φωτογραφίες μένουν… Ἀποτύπωμα μορφῶν καὶ σωμάτων, πρόσωπα γελαστὰ μιᾶς ξέγνοιαστης συντροφικῆς μας σχέσης, μιᾶς χειρονομίας τρυφερῆς, ἕνα ἀγκάλιασμα.»
 

Ἡ θεματικὴ τῶν ποιημάτων ἀντλεῖται –κατὰ κύριο λόγο– ἐκ τῆς μνήμης καὶ τοῦ βιώματος, δύο ἐκ φύσεως ἀλληλένδετα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα οἰκοδομοῦν ὡσὰν θεμελιώδεις λίθοι τὴν ἀγάπη καὶ τὴ στοργὴ πρὸς τὶς λέξεις καὶ τὸν ἀπόηχο ποὺ ἀφήνουν αὐτὲς κατὰ τὸ πέρασμά τους. Ἡ μνήμη καὶ τὸ βίωμα –τελικῶς– εἶναι αὐτὰ ποὺ φθάνουν γιὰ νὰ καταστήσουν τὸν κόσμο ὁρατὸ καὶ νὰ τοῦ παρέχουν συγκεκριμένο σχῆμα. Πράγματα συντεθλιμμένα, κατακεκρημνισμένα ἐντὸς τῆς ἐσωτερικῆς τους ἀπελπισίας καὶ μοναξιᾶς, ἐπιστρατεύονται σύσσωμα, προκειμένου νὰ δημιουργήσουν ἕνα σύμπαν ὑπέροχης ποιητικῆς εὐμορφίας καὶ πολλαπλότητος.

Ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος κάθε φορὰ μεσολαβεῖ, ὁμοιάζει σὲ ἐρωτικὸ χείμαρρο ὁρμητικῶν ψιθύρων. Ἡ κατάδυση τῆς ποιήτριας στὸ ἀβαθὲς καὶ στὰ μυστικά, ποὺ αὐτὸ ἐγγενῶς φέρει, δὲν εἶναι μία ἁπλῆ καὶ ἀνώδυνη διαδρομή. Ἀντιθέτως, ἀνέρχεται κάθε φορὰ μεταμεμορφωμένη, ἐπιθυμῶντας νὰ προχωρήσει μὲ πίστη καὶ σεβασμὸ στὶς ἀλήθειες ποὺ τὴν προσδιορίζουν ὡς ὀντότητα μεμονωμένη, ἀλλὰ καὶ ἐν σχέσει ὡς πρὸς τὸ ἕτερο, τὸν ἄλλον, τὸν συνάνθρωπο, τὸν ἀπέναντι, τὸν σύντροφο, ἐρωτικὸ ἢ μή.


«Στὸν ἀέναο ῥυθμὸ τοῦ σύμπαντος
Στὴ διαρκῆ μετάβαση τῶν ἐποχῶν
Στὴ συνεχῆ ἐναλλαγὴ μέρας καὶ νύχτας…
Ὁ ἔρωτάς μας στὸ τώρα καὶ στὸ πάντα
Ἀπὸ ‘δώ καὶ πέρα ἀπ’ τὴν αἰωνιότητα.»

Ἀσφαλῶς καὶ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ποίηση ἐρωτικῆς –πρωτίστως– διαθέσεως, ὅπως ἄλλωστε δηλώνει τιμίως καὶ εἰλικρινῶς ὁ γενικὸς τίτλος τοῦ βιβλίου, χωρὶς αὐτό, ὡστόσο, νὰ συνεπάγεται ὅτι δὲν ἐξετάζεται καὶ ἀπορρίπτεται ἀσυζητητὶ ἡ περιρρέουσα θεματολογία, τὰ ὑπόλοιπα πράγματα, ποὺ περιβάλλουν καὶ ἀπασχολοῦν τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν ἀντίληψη αὐτῆς γιὰ τὸν κόσμο. Ἄλλωστε, οἱ στίχοι διατυπώνουν ἕνα σαφὲς ἀνθρωπιστικό, πανοικουμενικὸ κάλεσμα, τὸ ὁποῖο καταλήγει νὰ γίνεται μία ἀπερίφραστη ὑπαρξιακὴ κραυγή, ἐνῷ τὰ ὄνειρα εἶναι αὐτὰ ποὺ προσδιορίζουν τὴν ὕλη καὶ τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου στοιχείου.

Ἡ βασικὴ θέση τῶν ποιημάτων τῆς Ῥούλας ὁρμᾶται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι κάθε ἐρωτικὴ σχέση δὲν ἀποτελεῖ μία γαλήνια καὶ εἰρηνικὴ συνθήκη, μὰ ἕνα πεδίο σκληρᾶς (καὶ κάποτε ἀνελέητης) μάχης, ποὺ ὑλακτεῖ ἐν τῇ παρόδῳ τοῦ ἀνοικτίρμονος χρόνου καὶ κινεῖ τὰ νήματα τῆς ζωῆς, τῆς κάθε ζωῆς, ἄλλοτε μὲ ἀναμενόμενο καὶ ἄλλοτε μὲ ἀπροσδόκητο τρόπο, μὲ ποικίλες ματαιώσεις, ἀκατανοήτους χωρισμοὺς καὶ πολυπόθητες ἐπιστροφές.

«Κι αὐτὰ τ’ ἀδάμαστα πουλιὰ
Ἂς σήκωναν τὴν ἄγκυρα τῆς θλίψης
ποὺ σφήνωσε στὴν καρδιά μου.
Τὰ ὄνειρα ποὺ δὲν ζήσαμε ἀναπολῶ,
τὸν ἔρωτα ποὺ τυλίγει τὶς καρδιές μας.»
 

Τὰ πεζολογικὰ χαρακτηριστικὰ κάνουν τὴν ποίησή της διαυγῆ καὶ ἀνοικτή, διατηρῶντας ἐμφανῶς ἀποστάσεις ἐκ τῆς ἐλιτιστικῆς προσεγγίσεως τῶν θεμάτων. Δίχως δυσνοήτους συμβολισμοὺς καὶ βαρύγδουπες ἀλληγορίες, ὁ ὅποιος συλλογισμὸς ἀφικνεῖται, ἡ ὅποια ἐξομολόγηση ἐπιχειρεῖται, τὸ ὅποιο μήνυμα κωδικοποιεῖται κάθε φορά, ὅλα γίνονται εὔληπτα καὶ τὸ συναίσθημα ἐξάγεται εὐθέως καὶ ἀρτιμελῶς, δι’ ὅτι –κατὰ πῶς φαίνεται– τὴ Ῥούλα δὲν τὴν ἐνδιαφέρει νὰ «βομβαρδίσει» καὶ –κατ’ ἐπέκταση– νὰ ταλαιπωρήσει τὸν ἀναγνώστη μὲ δῆθεν βαθυστόχαστες σκέψεις, διθυραμβικοὺς πλεονασμοὺς καὶ μεγαλαυχίες, οὕτως ὥστε νὰ ἐντυπωσιάζει μὲ ἐπιτετηδευμένα μέσα• τοὐναντίον, ἐπιλέγει νὰ ἀπασφαλίζει μετ’ ἁπλοχερίας τὸ «εἶναι» της καὶ νὰ μᾶς παραδίδει ἄνευ προϋποθέσεων καὶ ὅρων τὸν ἐσώψυχο κατακλυσμό της… τὴ γνώση τοῦ φθαρτοῦ, τὴν ἁμαρτία τοῦ αἵματος, τὴν ἀπόγνωση τῆς ἀπώλειας, τὸ κέρδος ἀπὸ τὴν κάθε ἧττα, τὴ δύναμη τῆς σιωπῆς, ποὺ διογκώνεται καὶ δύναται ἀτόφυα τὴ ζωὴ μητρικῶς νὰ ἐσωκλείει.

«Κάποτε ἔρχονται οἱ νεκροὶ
Σὰν ζωντανοὶ
ἐπισκέπτονται τὸν ὕπνο μας
Νὰ ξαναζήσουν γιὰ λίγο
κοντά μας.
Τόσο κοντὰ ἡ ζωὴ
μὲ τὸν θάνατο
Τόσο κοντά μας οἱ νεκροί μας
στὰ ὄνειρά μας.»
 

Ἐρχόμενος ἀντιμέτωπος κάθε φορὰ μὲ τοὺς στίχους τῆς Ῥούλας, συμβαίνει νὰ μοῦ ὑπενθυμίζεται καὶ νὰ μοῦ ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἄποψη τοῦ Γάλλου πεζογράφου καὶ θεατρικοῦ συγγραφέα, Alphonse Daudet, ὁ ὁποῖος διετείνετο ὅτι «οἱ ποιητὲς εἶναι ἄνθρωποι, ποὺ μποροῦν ἀκόμη νὰ βλέπουν τὸν κόσμο μὲ τὰ μάτια ἑνὸς παιδιοῦ». Ἐκεῖ ὅπου τὸ βλέμμα ἀφήνεται στὸ ἀνυπότακτο τῆς στιγμῆς, ἐκεῖ ὅπου ἡ ἄβυσσος σὲ κυττᾷ λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ μεγάλη συντριβή, ἐκεῖ εὑρίσκεται πάντοτε τὸ σωτήριο τὸ χέρι τῆς ποιήσεως, ποὺ αποκρυσταλλώνει τὰ ἄρρητα νοήματα καὶ τὶς λεπτὲς ἰσορροπίες τοῦ σύμπαντος.

Ὅλα γιὰ τὸν ἔρωτα, λοιπόν, πού, ἔτσι ὅπως στέκεται βαθέως ποιητικὸς ἐπάνω στὸ ἔδαφος καὶ συντελεῖται ἀπροσωπόληπτος σὲ ἕναν ἔναστρο οὐρανὸ συναισθηματικῆς αὐτογνωσίας, διεκδικεῖ τὴν ἔκφραση καὶ τὴν πραγμάτωσή του… σήμερα καὶ αὔριο κι ἐχθές.

Φίλιππος Ἀγγελῆς

© T-zine.gr