2 Οκτωβρίου: Annie Leibovitz


Σαν Σήμερα 2 Οκτωβρίου – LGBTQI People in History


Update: 2 Οκτωβρίου 2020

Annie Leibovitz

Η Anna-Lou Leibovitz γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου του 1949 στο Westbury του Connecticut. Στα παιδικά της χρόνια μετακινήθηκε σε αρκετές πόλεις καθώς ο πατέρας της Samuel Leibovitz ήταν αντιπτέραρχος των αμερικάνικων ενόπλων δυνάμεων. Η μητέρα της Marilyn Heit Leibovitz ήταν δασκάλα χορού. Το 1967 εγγράφεται στο San Francisco Art Institute με σκοπό να σπουδάσει ζωγραφική. Κατά τη διάρκεια ταξιδιού με τη σχολή στην Ιαπωνία ανακαλύπτει την φωτογραφία και όπως η ίδια εξομολογείται «σαγηνεύτηκα απολύτως από τον κόσμο της φωτογραφίας, ένιωσα πραγματικά δέος». Το 1970 αναλαμβάνει την πρώτη της φωτογραφική αποστολή για λογαριασμό του περιοδικού Rolling Stone με μεγάλη επιτυχία και το 1973 γίνεται διευθύντρια φωτογραφίας. Ξεκινά η μεγάλη της καριέρα…

Ας δούμε όμως τι είπε η ίδια για τον εαυτό της και το έργο της σε συνέντευξή της στο Βήμα (28/5/2000).

2 Οκτωβρίου: Annie Leibovitz

Η Ανι Λίμποβιτς είναι ήδη μια διεθνούς φήμης φωτογράφος. Το τελευταίο φωτογραφικό λεύκωμά της όμως είναι εκείνο που πραγματικά την καθιερώνει στην ιστορία της φωτογραφικής τέχνης. Ο τίτλος του «Γυναίκες» μάς λέει όλα όσα χρειάζεται να ξέρουμε για το περιεχόμενό του. Σκιαγραφεί και «δοξολογεί» τη συνεισφορά των γυναικών στη σύγχρονη κοινωνία, τονίζοντας παράλληλα και τα σκοτεινά σημεία της θέσης τους σε έναν ανδροκρατούμενο ακόμη κόσμο. Επιτυχημένες επιχειρηματίες και πολιτικοί από τη μια, κακοποιημένες και φτωχές γυναίκες από την άλλη. Η Χίλαρι Κλίντον, η Μάντλιν Ολμπραϊτ, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, η Σούζαν Σάραντον, η Οπρα Γουίνφρεϊ, η συγγραφέας Γιουντόρα Γουέλτι, η αστροναύτης Αϊλίν Κόλινς. Αλλά και η σερβιτόρα Μαρία Πονς, η αγρότισσα Κάρεν Φέντροου, η στρίπερ Ακε Αλμα, ακροβάτισσες του τσίρκου, χορεύτριες του Λας Βέγκας, νοικοκυρές του αμερικανικού Νότου. Ολες τους αρκετά σημαντικές για να συμπεριληφθούν σε αυτό το φωτογραφικό δείγμα των γυναικών της εποχής, όπως το χαρακτηρίζει στον πρόλογό της η φωτογράφος επίσης Σούζαν Σόντακ και σύντροφός της.

Η Ανι Λίμποβιτς δηλώνει υπερήφανη για το τελευταίο λεύκωμά της και μιλάει για αυτό με ενθουσιασμό. Εξηγεί πώς ήρθε η αρχική ιδέα, πώς έγινε η επιλογή των προσώπων και πόσο πολύ το διασκέδασε.

Τι λέει για τη δημιουργία αυτού του βιβλίου:

«Ήθελα να κάνω κάτι μεγαλύτερο, κάτι διαφορετικό από τη δουλειά του περιοδικού, κάτι που να με “ξεμουδιάσει” και να με απορροφήσει. Η αρχική μου ιδέα ήταν να εκδώσω ένα λεύκωμα στην Αμερική. Συμπτωματικά εκείνες τις ημέρες το περιοδικό “New Yorker” μου ζήτησε να κάνω μια σειρά φωτογραφίες με τις γυναίκες του θεάματος. Αυτό ήταν η αφορμή. Εν τω μεταξύ η Σούζαν Σόντακ μου πρότεινε να κάνω ένα λεύκωμα με θέμα τις γυναίκες. Αυτό με ενθουσίασε. “Τι φοβερό θέμα! ” έλεγα μέσα μου. Τα είχα κάνει επάνω μου από τον φόβο όταν το ξεκίνησα, γιατί ήταν σαν να προσπαθούσα να φωτογραφίσω τον ωκεανό κατά κάποιον τρόπο. Θέλω να πω, μιλάμε για τον μισό πληθυσμό της γης! Οσο η δουλειά προχωρούσε βέβαια το πράγμα ξεκαθάριζε μέσα μου. Η σειρά ολοκληρώθηκε σε τρία χρόνια. Πόσο συναρπαστική ήταν! Οχι ότι έμαθα κάτι καινούργιο για τις γυναίκες. Απλώς ήταν οπτικά κάτι σαν επιφοίτηση. Ποτέ πριν δεν είχα δει τέτοιο ευρύ φάσμα γυναικών συγκεντρωμένων σε μια συλλογή, σε ένα λεύκωμα. Κατ’ αρχήν ήταν πολύ ενδιαφέρουσα η διαδικασία της επιλογής των προσώπων που θα φωτογράφιζα. Ζήτησα τη γνώμη όλων όσων ήξερα, όλων των συνεργατών μου. Και ήμουν συνέχεια σε επιφυλακή. Διάβασα, για παράδειγμα, στην εφημερίδα την ιστορία της Οσκόλα Μακάρτι, μιας πλύστρας από τον Μισισιπή που δώρισε όλα της τα υπάρχοντα και σκέφθηκα να πάω να τη φωτογραφίσω. Οταν λοιπόν τελείωσα τη φωτογράφιση με τη συγγραφέα Γιουντόρα Γουέλτι, έψαξα να βρω την Οσκόλα και διαπίστωσα ότι έμενε μόλις μισή ώρα μακριά από το σπίτι της Γουέλτι. Το ένα έφερε το άλλο και κατέληξα να διασχίζω τον Μισισιπή, όπου φωτογράφισα επίσης εκείνη τη γιατρό που ήταν καλόγρια, την Αδελφή Ανν Μπρουκς. Εκπληκτική ιστορία: ήταν καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι ως τα 40 της και μετά ίδρυσε δική της κλινική».

Για τον αμερικανικό Νότο:

«Για έναν φωτογράφο ο Μισισιπής έχει μια ποιότητα, επειδή ακριβώς είναι τόσο φτωχός, επειδή οι άνθρωποι δεν έχουν λεφτά για να διορθώσουν τα πράγματα. Τα χαλάσματα είναι πολύ όμορφα, πολύ γραφικά. Συνήθως όταν ταξιδεύεις σε αυτή τη χώρα προχωράς αναζητώντας την Αμερική ή εκείνο που εσύ νομίζεις ότι είναι η Αμερική. Και σκέφτομαι ότι ο Μισισιπής δεν σε απογοητεύει, γιατί εκεί νιώθεις την εμπειρία της κληρονομιάς που έχει κάπως… παρακμάσει».

Για την «αποστολή» του βιβλίου:

«Υπήρχε κάποιος σκοπός; Μάλλον όχι. Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι φοβόμουν να το κάνω, επειδή ένιωθα ότι ήταν ένα τεράστιο θέμα και αισθανόμουν πραγματικά μεγάλη υπευθυνότητα. Και όσο προχωρούσα τόσο συνειδητοποιούσα πόσο δύσκολο ήταν και πόσο δεν ήθελα να απογοητεύσω τις γυναίκες. Στην πορεία πήρα τη γνώμη όλων. Τηλεφώνησα στον Τζον Ρόκγουελ από τους “New York Times” για να μου προτείνει ανθρώπους της τέχνης, ανθρώπους δημιουργικούς. Στο τέλος υιοθέτησα μια πολύ προσωπική ματιά. Εγώ είχα την τελευταία λέξη και για την επιλογή του λευκώματος. Και γι’ αυτό ήθελα να έχει μια άποψη. Ηθελα να περιέχει συγκινητικές ανθρώπινες ιστορίες. Ενα από τα κριτήρια ήταν και αυτό για κάποιο διάστημα: αν σε κάνει να κλαις, να το βάλουμε. Υπήρχε άφθονο τέτοιο υλικό. Δεν μπορώ να κοιτάξω την Οσκόλα χωρίς να δακρύσω. Την όμορφη Λουίζ Μπουρζουά. Την Αγκνες Μάρτιν. Ακόμη και την Μπάρμπαρα Μπους. Είναι το αντίθετο του “Πορτρέτου του Ντόριαν Γκρέι”: λες και τα εσώψυχά της βγαίνουν στην εξωτερική της εμφάνιση».

Για τη συνεργασία της με τη Σούζαν Σόντακ:

«Μου άφησε ελεύθερο το πεδίο όσο δούλευα για το λεύκωμα και παρενέβη μόνο προς το τέλος για να με βοηθήσει σε κάποια θέματα. Ηταν σημαντικό για μένα να της αρέσει, γι’ αυτό και έκανα πράγματα που διαφορετικά μάλλον δεν θα επιχειρούσα. Οταν μου πρότεινε να κάνω αυτό το βιβλίο, τη ρώτησα: “Λοιπόν, θα γράψεις εσύ τα κείμενα;”. Γι’ αυτό και ήθελα να της αρέσει. Εβρισκε κάποιες από τις φωτογραφίες μου αποκρουστικές. Τελικά τις αποδέχθηκε, σαν να προσγειώθηκε στην πραγματικότητα κατά κάποιον τρόπο. Εμεινα πολύ ευχαριστημένη με το κείμενο της Σούζαν. Μου έδωσε ένα άλλοθι με αυτό που έγραψε, γιατί βασικά εξηγούσε από την αρχή ότι το βιβλίο δεν είναι παρά ένα δείγμα των γυναικών του πλανήτη, πράγμα που με βοήθησε πάρα πολύ. Και το εκτιμώ. Είμαστε δύο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι, προερχόμαστε από διαφορετικούς κόσμους. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να συνεργαστώ ξανά έτσι με κάποιον, γιατί, ξέρετε, είμαι πολύ στενοκέφαλη».

Για τις φωτογραφίες με τις χορεύτριες του Λας Βέγκας:

«Είναι ίσως οι πιο σημαντικές φωτογραφίες του βιβλίου. Το στήσιμο (με τα καθημερινά τους και δίπλα με το κοστούμι τους) είναι σπουδαίο. Οταν έβγαλα τις πόζες με τα κοστούμια πίστευα ότι οι φωτογραφίες είναι πολύ ανώδυνες. Μαζί με τις δεύτερες φωτογραφίες όμως αποκτούν νόημα, είναι μια κατάθεση. Οταν πρωτοπήγα να τις φωτογραφίσω ήταν ντυμένες για το σόου, την ώρα όπου έδιναν παράσταση. Τις επόμενες ημέρες ήρθαν στο στούντιο να με δουν και τότε έπαθα σοκ. Η μεταμόρφωση ήταν θεαματική. Οπως γράφει και η Σούζαν στο κείμενό της, αυτές οι γυναίκες απαιτείται (στη δουλειά τους) να παριστάνουν τα θηλυκά. Βλέπεις λοιπόν μετά αυτές τις γυναίκες να είναι ο εαυτός τους, χωρίς μακιγιάζ και περούκες, και είναι εξίσου όμορφες και ευχάριστες. Το να βλέπεις τη γυναίκα αυτή όπως είναι στην καθημερινή της ζωή είναι προκλητικό και ενδιαφέρον. Οι στολές τους είναι κάτι σαν πανοπλία. Είναι οπωσδήποτε μια πανοπλία. Οχι ότι με τα καθημερινά τους ρούχα μοιάζουν ευάλωτες, αλλά με το κοστούμι δείχνουν σίγουρα σαν να “έχουν τον έλεγχο”. Μέσα από τη δουλειά μου το έχω διαπιστώσει αυτό αρκετές φορές. Οταν δηλαδή οι άνθρωποι μεταμφιέζονται δείχνουν πιο χαλαροί και διασκεδάζουν περισσότερο τη φωτογράφιση».

Για το στυλ της:

«Είμαι διχασμένη από την αρχή της καριέρας μου ανάμεσα στο εμπορικό και στο καλλιτεχνικό στυλ. Ξεκίνησα ως φωτογράφος των καλών τεχνών. Τελείωσα το Καλλιτεχνικό Ιδρυμα του Σαν Φρανσίσκο, όπου μάθαινα να κάνω Καρτιέ-Μπρεσόν, Ρόμπερτ Φρανκ…. Υποτίθεται ότι μετά από αυτό δεν βγαίνεις να πουλήσεις τη δουλειά σου. Αρχισα να δουλεύω στο “Rolling Stone” και ένιωθα ήδη άσχημα, σαν να πρόδιδα κάτι. Κανένας άλλος από τη σχολή μου δεν το έκανε. Και όμως μου φαινόταν καλή ευκαιρία. Και είπα να την εκμεταλλευτώ. Υπήρχε ωστόσο μεγάλη πίεση. Επιανα τον εαυτό μου να νιώθει σαν πόρνη κάθε φορά που πουλούσα μια φωτογραφία μου. Οι περισσότερες φωτογραφίες που υπάρχουν σε αυτό το βιβλίο είχαν γίνει για περιοδικά. Τότε τους επέβαλα να με αφήσουν να κάνω τη δουλειά μου όπως θέλω εγώ. Στο λεύκωμα υπάρχουν δουλειές που είχα κάνει κατά καιρούς για το “Vanity Fair”, το “Vogue”, το “Conde Nast Women’s Sports & Fitness”. Τους έλεγα, για παράδειγμα, ότι το μοντέλο “πρέπει οπωσδήποτε να φοράει φούστα! Αλλιώς δεν μπορώ να τη φωτογραφίσω!”. Πραγματικά με βοήθησαν όμως και περιέλαβα στο λεύκωμα πολλές από εκείνες τις φωτογραφίες που είχα κάνει για τα περιοδικά. Αυτή η δουλειά είναι μια συνεχής μάχη!».

Για την ψηφιακή φωτογραφία:

«Δεν έχω παίξει ακόμη με ψηφιακές κάμερες. Δεν τις φοβάμαι, απλώς δεν τις χρειάζομαι. Για την ώρα το φιλμ είναι μια χαρά. Χρησιμοποιήσαμε όμως την ψηφιακή τεχνολογία στην επεξεργασία και στην εκτύπωση των φωτογραφιών του βιβλίου. Ηθελα μεγάλες φωτογραφίες, αλλά το να μεγεθύνεις το φιλμ δεν είναι και ό,τι καλύτερο. Πρέπει να τυπώσεις μια καλή φωτογραφία, να κάνεις ένα αρνητικό 8Χ10 και μετά να μεγεθύνεις ψηφιακά αυτό το αρνητικό. Το ανέλαβε ο Ντέιβιντ Ανταμσον, που είναι εξαιρετικός στη δουλειά του. Σκανάρισε τα αρνητικά του πήρε μισή ώρα για το καθένα. Εκείνος επιμελήθηκε τόσο τις έγχρωμες όσο και τις ασπρόμαυρες, γεγονός που με χαροποίησε ιδιαίτερα γιατί το αποτέλεσμα είναι ομοιόμορφα ποιοτικό. Ετσι τελικά μπήκα και εγώ στον ψηφιακό κόσμο κατ’ αυτόν τον τρόπο».

Φωτογραφίες που θα έβαζε σε μια κιβωτό:

«Αυτό το βιβλίο. Πραγματικά το λατρεύω και με κάνει να νιώθω υπερήφανη. Νομίζω ότι είναι πραγματικά δυνατό».

Θα ήθελε να έχει φωτογραφίσει:
«Τη Μάρθα Γκράχαμ, την Τζόρτζια Ο’ Κέφε και άλλες γυναίκες που δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Οταν έγραψα τη λίστα με τις γυναίκες που θα φωτογράφιζα για αυτό το λεύκωμα, έπρεπε να σιγουρευτώ ότι κάποιες από αυτές ζουν ακόμη. Και ένιωθα ότι πρέπει να βιαστώ σε κάποιες περιπτώσεις! “Πείτε τους να με περιμένουν! ” έλεγα».

Δείτε επίσης ένα βίντεο διάρκειας πέντε λεπτών με συνοπτική παρουσίαση της δουλειάς της Annie Leibovitz:


Πηγή : ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ – COLOURFUL PLANET

——————

* Πρώτη δημοσίευση 2 Οκτωβρίου 2006 στο transs.gr, αναδημοσίευση από τον Πολύχρωμο Πλανήτη.

© T-zine.gr 2018 | Για τις τελευταίες LGBTI ειδήσεις να επισκέπτεστε το T-zine.gr καθημερινά. Μπορείτε επίσης να γίνετε μέλος στη σελίδα μας στο Facebook και στο Twitter

© T-zine.gr