Now Reading
6 Νοεμβρίου: Michael Cunningham

6 Νοεμβρίου: Michael Cunningham


Σαν σήμερα 6 Νοεμβρίου – LGBTQI People in History


Michael Cunningham

Μάικλ Κάνινγκαμ

(6 Νοεμβρίου 1952)

 

Michael Cunningham

 

Ο Michael Cunningham γεννήθηκε στις 6 Νοεμβρίου του 1952 στο Ohio. Σπούδασε στο Stanford University (1975) και στο University of Iowa Writers Workshop (1980), καθώς και καλές τέχνες στο Provincetown, όπου στη συνέχεια δίδαξε.

 

 

Οι ώρες
Μάικλ Κάνιγχαμ
268 σελ.
Τιμή € 14,34

Στην αρχή της καριέρας του δημοσίευσε μικρές ιστορίες στις Atlantic Monthly, Paris Review, και New Yorker. Η πρώτη του νουβέλα ήταν το Golden States (1984), την οποία έχει πλέον αποκηρύξει. Το επόμενό του βιβλίο ήταν το A Home at the End of the World (Ένα σπίτι στο τέλος του κόσμου, 1990), με το οποίο καθιερώθηκε και έλαβε εξαιρετικές κριτικές για την τεχνοτροπία του.

 

Αργότερα λαμβάνει γι’ αυτό το βιβλίο το βραβείο Irish Times International Fiction Prize. Ακολουθεί το Flesh and Blood (1995) και για το οποίο παίρνει το βραβείο Whiting Writers’ Award. Επόμενος σταθμός είναι το The Hours (Οι Ώρες, 1999), για το οποίο παίρνει τα βραβεία, National Book Critics Award, Pulitzer Prize, PEN/Faulkner Award και American Library Association’s book award for gay and lesbian literature. Γυρίζονται κινηματογραφικά έργα με ιδιαίτερη επιτυχία τα A Home at the End of the World και The Hours, ενώ το 2002 εκδίδεται η νουβέλα του Land’s End: A Walk through Provincetown.

 

 

 

Αντιγράφουμε από το Βήμα της 16.3.03, την συνέντευξη του Μάικλ Κάνιγκχαμ στον Γιάννη Ζουμπουλάκη.

«Ημουν 15 χρόνων και όχι κανένας έξυπνος ή υποψιασμένος 15άρης. Ήμουν αφοσιωμένος στα skateboards, στο ροκ-εν-ρολ και στο κάπνισμα. Μια μέρα στεκόμουν έξω από το γυμναστήριο του γυμνασίου μου και προσπαθούσα να “ποζάρω” όσο το δυνατόν πιο σκληρός και πιο επικίνδυνος θα μπορούσε να “ποζάρει” ένας έφηβος που κάπνιζε Newport κλεμμένα από την τσάντα της μητέρας του. Ξαφνικά είδα δίπλα μου να στέκεται η πριγκίπισσα του πειρατή του σχολείου μου – κάθε σχολείο έχει τέτοιες κοπέλες και τέτοια αγόρια. Ηταν μεγαλύτερή μου και πανέμορφη και σκληρή και έξυπνη και ντυμένη με… περίεργα δέρματα ζώων. Και εγώ σε μια απελπισμένη απόπειρα να την εντυπωσιάσω άρχισα να της μιλάω για τον Λέοναρντ Κοέν αναλύοντας τη θεωρία μου ότι είναι πιο σπουδαίος καλλιτέχνης απ’ ό,τι ο Μπομπ Ντίλαν. Με κοίταξε λοιπόν και χωρίς την πρόθεση νομίζω να φανεί αγενής, τράβηξε μια γερή ρουφηξιά από το τσιγάρο της (σ.σ.: ο Κάνιγχαμ τη μιμείται βγάζοντας έναν ισχυρό ήχο) και είπε: “Εχεις σκεφθεί ποτέ να γίνεις λιγότερο βλάκας; Γιατί δεν ανοίγεις κανένα βιβλίο; Γιατί δεν διαβάζεις Ελιοτ ή Γουλφ;”. Είχα σκεφθεί ότι καλό θα ήταν να γίνω λιγότερο βλάκας και είχα ακούσει για τον Τ. Σ. Ελιοτ και τη Βιρτζίνια Γουλφ. Δεν υποψιαζόμουν όμως ότι κάποτε θα τους διάβαζα. Πήγα λοιπόν στη βιβλιοθήκη του σχολείου. Δεν είχαν Ελιοτ. Είχαν όμως ένα βιβλίο της Γουλφ, την “Κυρία Ντάλογουεϊ”. Κανένας δεν το είχε δανειστεί από τη βιβλιοθήκη πριν από εμένα. Προσπάθησα να το διαβάσω. Δεν καταλάβαινα περί τίνος πρόκειται. Δεν έβγαζα άκρη! Ετσι όμως άρχισε η σχέση μου με αυτό το βιβλίο».

– Θυμόσαστε πώς νιώσατε όταν το πρωτοδιαβάσατε;

«Είπα μέσα μου: “Κοίτα να δεις, αδελφέ μου, που η Βιρτζίνια Γουλφ κάνει με τη γλώσσα ό,τι έκανε ο Τζίμι Χέντριξ με την κιθάρα”. Αυτό που πήρα όταν ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή μαζί της ήταν κάτι από την περιπλοκότητα, την πυκνότητα και την ομορφιά της γλώσσας που χρησιμοποιούσε. Με αιχμαλώτισε. Με έκανε να θέλω να κάνω κάτι παρόμοιο. “Η κυρία Ντάλογουεϊ” ήταν το πρώτο μου βιβλίο με την έννοια του πρώτου φιλιού. Κατά συνέπεια ήθελα πάντα να ασχοληθώ μαζί του με έναν ιδιαίτερο τρόπο».

– Θα ήταν ακραίο αν λέγαμε ότι «Η κυρία Ντάλογουεϊ» άλλαξε τη ζωή σας;

«Ασφαλώς και την άλλαξε. Με μετέτρεψε σε αναγνώστη. Μου έδωσε για πρώτη φορά να καταλάβω τις δυνατότητες ενός βιβλίου. Ως τότε τα βιβλία για μένα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά σκονισμένα, μελαγχολικά αντικείμενα, τοποθετημένα σε θλιβερές σανίδες που λέγονταν ράφια. Η “Ντάλογουεϊ” έριξε πάνω μου το φως. Ναι, κατά μια έννοια με άλλαξε διά παντός. Εντάξει, ίσως όχι σε όλα. Θέλω να πω, συνεχίζω να καπνίζω και να ακούω ροκ-εν-ρολ, δεν κάνω όμως πια skate boarding».

– Οι τρεις ηρωίδες των «Ωρών» είναι γυναίκες βασανισμένες οι οποίες συνάμα αγαπούν πολύ τη ζωή. Θα θέλατε να αναφερθείτε λίγο στα αίτια της κατάθλιψής τους;

«Είναι διαφορετικά σε κάθε περίπτωση. Για τη Βιρτζίνια Γουλφ (την οποία υποδύεται η Νικόλ Κίντμαν) η επιστήμη σήκωσε τα χέρια ψηλά. Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς της συνέβαινε. Οσο ζούσε τη θεωρούσαν μανιοκαταθλιπτική και φυσικά μετά τον θάνατό της ποτέ δεν μπόρεσαν πραγματικά να εξακριβώσουν από τι έπασχε. Στην εποχή της μια μέθοδος “καταπολέμησης” της μανιοκατάθλιψης ήταν η εξαγωγή… δοντιών! Πίστευαν ότι κάποια μόλυνση που προήρχετο από ελαττωματικά δόντια κατέληγε στο μυαλό και το μόλυνε – της έβγαλαν αρκετά δόντια. Και αυτό βεβαίως δεν βοήθησε.

Η Λόρα Μπράουν (την οποία υποδύεται η Τζουλιάν Μουρ) είναι δυστυχής γιατί, ενώ έχει κάνει τις επιλογές που επιβάλλονταν σε μια γυναίκα της εποχής της, ανακαλύπτει ότι για την ίδια δεν ήταν οι σωστές επιλογές. Ζει σε μια εποχή (τέλη της δεκαετίας του 1940) που οι κανόνες επέβαλλαν στη γυναίκα ένα και μόνο πράγμα: να παντρευτεί και να κάνει παιδιά. Τι μπορείς να κάνεις όμως όταν αυτή η ζωή σε έχει φέρει στο σημείο να μαραζώνεις γιατί νιώθεις εγκλωβισμένος;

Η Κλαρίσα (την οποία υποδύεται η Μέριλ Στριπ) είναι η πιο περίπλοκη από τις τρεις, μια γυναίκα που δεν μπορείς να χαρακτηρίσεις με ευκολία και εκείνη που μου προκάλεσε τις μεγαλύτερες δυσκολίες στη γραφή. Διότι η Κλαρίσα αντιμετωπίζει το είδος της ανώνυμης, όπως την αποκαλώ, απόγνωσης• αυτής που εμφανίζεται όταν όλα γύρω μας πηγαίνουν καλά και αρμονικά. Ενώ θα οφείλαμε να νιώθουμε εξίσου καλά και να λέμε ευχαριστώ, κάτι μας τρώει. Σαν να σου λένε: “Εχεις ένα ωραίο σπίτι, μια καλή δουλειά, τρως καλά. Εντάξει; Νιώθεις ευτυχής;”. Τι γίνεται αν η απάντηση είναι όχι; Τι κάνεις τότε;».

– Ποια ήταν η προσωπική «σχέση» σας με την κάθε ηρωίδα;

«Ξέρω ότι δεν απαντώ ακριβώς σε αυτό που ρωτάτε, κάθε ήρωάς μου όμως έχει κάτι από μένα. Μερικές φορές με ρωτούν ποιος είναι ο πιο αυτοβιογραφικός ήρωας που έχω γράψει και η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω είναι: “Ολοι τους”. Αν δεν νιώθω ότι γράφω για κάποιον που γνωρίζω καλά, τότε ο ήρωας δεν θα μου αρέσει. Δεν εννοώ φυσικά ότι φορώ περούκες και φορέματα αλλά είναι όλοι τους εγώ… Για παράδειγμα, δεν θα μπορούσα ακόμη να γράψω ένα βιβλίο με μαύρους ήρωες. Θα ήταν φτωχό και ψεύτικο».

 

– Πώς θα χαρακτηρίζατε τη γλώσσα, τη δομή αλλά και το ύφος του μυθιστορήματός σας σε σχέση με την «Κυρία Ντάλογουεϊ» της Γουλφ;

«Αντιμετωπίζω το βιβλίο μου σαν έναν αυτοσχεδιασμό επάνω σε κάτι άλλο. Το βλέπω με μουσικούς όρους. Πώς ένας νέος μουσικός της τζαζ αυτοσχεδιάζει επάνω σε ένα σπουδαίο κλασικό κομμάτι; Για ποιον λόγο το κάνει; Για να του αποδώσει φόρο τιμής. Για να το καταλάβει καλύτερα. Αλλά και για να “παίξει” μαζί του. Να δημιουργήσει κάτι καινούργιο επάνω στο κλασικό».

– Επομένως τι άλλο θα μπορούσε να είναι μια ταινία που βασίζεται στο βιβλίο σας αν όχι ένας άλλος αυτοσχεδιασμός επάνω στον δικό σας;

«Ακριβώς!».

– Περιμένατε ότι θα γινόταν ταινία;

«Σε καμία περίπτωση. Για να πω την αλήθεια, καθετί που σχετίζεται με τις “Ωρες” υπήρξε μια έκπληξη για μένα. Οταν τελείωσα το γράψιμο και το βιβλίο ήταν έτοιμο, είπα μέσα μου: “Εντάξει, αυτό θα είναι το μικρό καλλιτεχνικό μυθιστόρημά μου, θα πουλήσει μερικές χιλιάδες αντίτυπα και σύντομα θα ξεχασθεί”. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι αμέσως μετά θα έγραφα ένα μπεστ σέλερ. Ηδη το σχεδίαζα. Επρόκειτο να είναι γεμάτο σεξ και κυνηγητά αυτοκινήτων και καταστροφές κτιρίων. Και ξαφνικά βλέπω ότι οι “Ωρες” πάνε καλά στις πωλήσεις. Και ύστερα έρχεται το Πούλιτζερ – αυτό και αν ήταν έκπληξη για μένα! Ακόμα και τότε, όμως, ενώ το βιβλίο ήδη εθεωρείτο επιτυχημένο, θυμάμαι ότι είπα στον Γκέιλ Χόφμαν, τον επί χρόνια ταλαιπωρημένο ατζέντη μου: “Τουλάχιστον ξέρουμε στα σίγουρα ένα πράγμα: κανένας ποτέ δεν θα θελήσει να μετατρέψει αυτό το βιβλίο σε ταινία”. Και μετά χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο παραγωγός Σκοτ Ρούντιν, ο οποίος ήθελε να μου κάνει πρόταση ώστε “Οι ώρες” να περάσουν στον κινηματογράφο. Είπα: “Σοβαρά; Είστε σίγουρος ότι έχετε πάρει το σωστό νούμερο;”».

– Σας άρεσε η ταινία;

«Την πρώτη φορά που την είδα ένιωσα λες και είχα πάρει LSD. Στην πραγματικότητα δεν μπορούσα να τη δω. Διάχυτη μπροστά μου, σε μικρά πολύχρωμα πίξελ. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ότι, εντάξει, επρόκειτο για μια… ταινία, πολύ όμορφη, με εξαιρετικούς ηθοποιούς, αλλά ως εκεί. Δεν μπορούσα να εκφρασθώ γι’ αυτήν. Και μετά, μερικές εβδομάδες αργότερα, την είδα ξανά και μπόρεσα να την παρακολουθήσω με καθαρότερο μυαλό. Και κατάλαβα ότι λειτουργούσε. Πιστεύω ότι είναι μια πάρα πολύ καλή ταινία και ότι εγώ θα είμαι ίσως ο μοναδικός μυθιστοριογράφος στον κόσμο που νιώθει πέρα για πέρα ευτυχής από το σύνολο μιας ταινίας που βασίστηκε σε μυθιστόρημά του. Ηταν αναπόφευκτο. Υστερα από τόσα χρόνια κινηματογράφου κάποιος μυθιστοριογράφος θα ευτυχούσε από το κινηματογραφικό αποτέλεσμα του βιβλίου του. Ετυχε ο κλήρος να πέσει σε εμένα».

Δείτε Επίσης

– Προηγουμένως αναφερθήκατε σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις στη μουσική. Προφανώς παίζει ρόλο στο πώς σκέφτεστε ως συγγραφέας. Θα θέλατε να αναπτύξετε λίγο περισσότερο τη σχέση σας με τη μουσική;

«Ισως επειδή το ροκ-εν-ρολ ήταν πραγματικά ο πρώτος μου έρωτας. Σας είπα, ως παιδί δεν υπήρξα ποτέ “βιβλιοφάγος”. Ημουν όμως ροκάς. Η εικόνα ενός 15χρονου να χορεύει σαν τρελός επάνω στο κρεβάτι του δεν είναι ό,τι καλύτερο μπορείτε να φανταστείτε, αυτό όμως ήμουν. Δεν καθόμουν στους καναπέδες ξεκοκαλίζοντας βιβλία. Σήμερα μια από τις μεγαλύτερες επιθυμίες μου ως συγγραφέα είναι η παραγωγή προτάσεων που να κινούνται και να λικνίζονται στον ρυθμό των στίχων ενός σπουδαίου ροκ-εν-ρολ τραγουδιού (σ.σ.: μιλώντας ο Κάνιγχαμ κουνά τους ώμους του με ρυθμό και χτυπά τα δάχτυλά του). Μπορώ να πω ότι σκέφτομαι με αυτούς τους όρους ενώ γράφω. Αναζητώ τον ρυθμό, τη “γέφυρα”».

Ο Μάικλ Κάνιγχαμ μπαίνει σαν σίφουνας στην αίθουσα του ξενοδοχείου «Essex» όπου έχει προγραμματισθεί να λάβει χώρα αυτή η συνέντευξη. Είναι μόλις 10 το πρωί και η Νέα Υόρκη έχει ήδη μπει στους ταχείς γνώριμους ρυθμούς της. Το ίδιο θαρρείς ότι συμβαίνει και στον Κάνιγχαμ, έναν ψηλό, νευρικό άνθρωπο, ο οποίος ρουφά τον καφέ του λες και βιάζεται μήπως και δεν προλάβει και μιλάει λίγο δυνατότερα από όσο χρειάζεται. Πάνω απ’ όλα όμως ο Κάνιγχαμ δείχνει έτοιμος να μοιραστεί το πάθος του για τη Βιρτζίνια Γουλφ, ένα πάθος που είχε ως αποτέλεσμα τη συγγραφή του μυθιστορήματός του Οι ώρες, της δραματικής ιστορίας τριών γυναικών σε τρεις διαφορετικές περιόδους του 20ού αιώνα. Το μυθιστόρημα τον έβγαλε από την αφάνεια, του χάρισε το Πούλιτζερ και, από τη στιγμή που το Χόλιγουντ του χτύπησε την πόρτα, τον έκανε πλούσιο.

Πενήντα χρόνων σήμερα, ο Κάνιγχαμ, ο οποίος είναι ανοιχτά ομοφυλόφιλος και ζει ευτυχισμένος στο Πρόβινστουν του Κονέκτικατ δίπλα στον επί δεκαπενταετίας σύντροφό του ψυχαναλυτή Κεν Κόρμπετ, χρειάστηκε να παλέψει πολύ για την αναγνώριση που έχει πια κερδίσει. Τελειώνοντας το σχολείο και έχοντας ήδη λατρέψει τη Βιρτζίνια Γουλφ, δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβει ότι δεν ήταν «πλασμένος ούτε από την “πάστα” του μπάρμαν αλλά ούτε και απ’ αυτήν του αγρότη», όπως λέει χαρακτηριστικά. Αφού εγκατέλειψε τη φάρμα που διατηρούσε με τον τότε σύντροφό του στη Νεμπράσκα, πήγε στην Αϊόβα για να παρακολουθήσει ένα πρόγραμμα για συγγραφείς στο εκεί πανεπιστήμιο. Εμεινε παραπάνω από δύο χρόνια.

Το πρώτο μυθιστόρημά του Golden states εκδόθηκε το 1984 και πέρασε μάλλον απαρατήρητο. Το δεύτερο, το Α home at the end of the world, απέσπασε μερικές καλές κριτικές αλλά σύντομα και αυτό ξεχάστηκε, ενώ το τρίτο, το Flesh and blood, αντιμετωπίστηκε σκληρά: «Τελικά αυτός ο τύπος δεν είναι ικανός να γράψει οτιδήποτε» είχε αναφέρει η Μιτσίκο Κακουτάνι στην κριτική της στην εφημερίδα «The New York Times».

 

 

© T-zine.gr 2018 | Για τις τελευταίες LGBTI ειδήσεις να επισκέπτεστε το T-zine.gr καθημερινά. Μπορείτε επίσης να γίνετε μέλος στη σελίδα μας στο Facebook και στο Twitter

 
——————
 
* Πρώτη δημοσίευση 6 Νοεμβρίου 2008 στο transs.gr, αναδημοσίευση από τον Πολύχρωμο Πλανήτη.

**Επικαιροποίηση: 6 Νοεμβρίου 2018

Πηγή : ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ – COLOURFUL PLANET με πληροφορίες από Glbtq.Com , Wikipedia , Βήμα

 

© T-zine.gr

 

 

Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Ουάου
0
Τέλειο
0
Δείτε τα σχόλια (0)

Αφήστε Ένα Σχόλιο

Η email διεύθυνση σας δεν θα δημοσιευθεί