Της Julia Serano *


Μικρό εισαγωγικό σημείωμα:

Ένα πολύ εκτενές και εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο της Julia Serano, μεταφρασμένο στα ελληνικά από την Ειρήνη Συνοδινού για το T-zine.gr, σχετικά αφενός μεν με τις αντιλήψεις – σχήματα τύπου «οι σις άνθρωποι γίνονται τρανς» και τις προκαταλήψεις και μεροληψίες που συνδέονται με αυτό, αφετέρου σχετικά με τις λανθασμένες αντιλήψεις των φυλο-διορθωτικών πρακτικών εν αντιθέσει με τις φυλο-επιβεβαιωτικές που λαμβάνουν υπόψη τις εμπειρίες και ανάγκες των τρανς ανθρώπων και ιδιαίτερα των τρανς παιδιών. Αν και, φυσικά υπάρχουν διαφοροποιήσεις στο ευρύ φάσμα των εκφράσεων και ταυτοτήτων φύλου, προσωπικά, οι δικές μου αντιλήψεις αναφορικά με τους «σκληρούς» διαχωρισμούς που κάνει στην αρχή (transgender-transsexual) δεν βρίσκονται τόσο κοντά (προτιμώ πιο διευρυμένες αντιλήψεις, και σίγουρα την ομπρέλα του τρανς), ούτε βρίσκομαι κοντά στην επιμονή στην έννοια της δυσφορίας φύλου (αν και σωστά διαφοροποιεί ανάμεσα στο σύνολο και υποσύνολα – δεν γενικεύει), καθώς επίσης θα πρέπει να σημειώσουμε ότι πολύ πρόσφατες έρευνες (όπως αυτή των Castellanos-Bao-Swaab) αναιρούν τους λόγους ανησυχίας περί του περίφημου ποσοστού 80% και (εν τέλει) επιβεβαιώνει την θέση της Serano ότι η θέση αυτή ήταν πολιτική και δεν βασιζόταν σε πραγματικά ερευνητικά δεδομένα. Το άρθρο αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, ιδιαίτερα όσον αφορά την αντιμετώπιση των τρανς παιδιών.

Ευχαριστώ πολύ την Ειρήνη Συνοδινού για την δουλειά της.

Μαρίνα Γαλανού

Αντίστροφη φυλομετάβαση, αναίρεση φυλομετάβασης και παραπληροφόρηση: ένας οδηγός για την κατανόηση του δημόσιου διαλόγου για τα τρανς παιδιά.

 


Συμμετέχω σε τρανς κοινότητες από το 1994. Μεταξύ όλων αυτών των εμπειριών, και των χρόνων που έχω εργαστεί ως τρανς συγγραφέας, ακτιβίστρια, περφόρμερ και δημόσια ομιλήτρια, κάνοντας εμφανίσεις σε συνέδρια, κολλέγια και τοπικές εκδηλώσεις σε ολόκληρη την Βόρεια Αμερική- έχω συνομιλήσει σε βάθος και με οικειότητα για τις τρανς εμπειρίες και τα τρανς ζητήματα, με περισσότερους από χίλιους τρανς ανθρώπους. Έχω μελετήσει εκτενώς την ιατρική βιβλιογραφία, όσο και την ιστορία των ψυχιατρικών και ιατρικών “κέρβερων” της περίθαλψης των τρανς ανθρώπων, στα πλαίσια της έρευνας για το βιβλίο μου Whipping Girl: A Transexual Woman on Sexism and the Scapegoating of Femininity, και αυτή η δουλειά συνεχίστηκε για τα γραπτά μου και τον ακτιβισμό πάνω στις διαγνώσεις των τρανς στο πιο πρόσφατο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας.

 

Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο και κάτι δεκαετιών, έγινα μάρτυρας της αργής εξέλιξης από το παλιό σύστημα περίθαλψης (το οποίο παθολογικοποιούσε τα τρανς άτομα και συχνά επέτρεπε ανταγωνιστικές συμπεριφορές εναντίον τους ως υποκείμενα των ερευνών του) προς αυτό που σταδιακά γίνεται το σύγχρονο τρανς σύστημα υγείας -το οποίο δουλεύει σε συνεργασία με τις τρανς κοινότητες, και που στοχεύει όλο και περισσότερο στο όφελος των τρανς ανθρώπων.

 

Αυτή η εξέλιξη δεν αποτελεί μόνο το αποτέλεσμα της διαμαρτυρίας των τρανς ακτιβιστών (αν και όντως τα πράγματα ήταν πολλές φορές άγρια και έγιναν πάρα πολλές ηχηρές διαμαρτυρίες όλα αυτά τα χρόνια). Μάλλον, αυτή η αλλαγή διευκολύνθηκε από μια γενικότερη τάση μετατόπισης της έρευνας και της ιατρικής, από την πατερναλιστική στάση “ο γιατρός ξέρει καλύτερα” των μέσων του εικοστού αιώνα, προς τη σημερινή αναγνώριση ότι οι επαγγελματίες και οι ερευνητές χρειάζεται να ενδιαφέρονται για τις κοινότητες που εξυπηρετούν και να ζητούν από αυτές κριτική ανατροφοδότηση. Αυτή η μετάβαση, από το ένα σύστημα στο άλλο, δεν έχει υπάρξει τέλεια, ούτε έχει ολοκληρωθεί (υπάρχουν άλλωστε ακόμα αρκετοί θεματοφύλακες της παλαιάς τάξης πραγμάτων). Ωστόσο, οι αλλαγές που έχουν συμβεί κατά τη διάρκεια της ζωής μου είναι εξαιρετικά θετικές.

 

Τελευταία όμως, καθώς οι τρανς άνθρωποι κερδίζουν ορατότητα και βρίσκονται όλο και συχνότερα κάτω από το εξεταστικό βλέμμα των μίντια, πλήθος πολιτικών, σχολιαστών και δημοσιογράφων, χωρίς καμία γνώση για τους τρανς και τις ζωές τους, εισβάλλουν ξαφνικά με βαρυσήμαντες γνώμες για τα αυτά τα σοβαρά θέματα -θέματα στα οποία οι εν λόγω σχολιαστές δεν έχουν προσωπική ανάμειξη, πράγμα βολικό για τους ίδιους. Ορισμένοι από αυτούς τους ανθρώπους έχουν ξεκάθαρα σχέδια ενάντια στους τρανς. Άλλοι, ίσως καλών προθέσεων, πιστεύουν ότι, απλώς διαβάζοντας μερικές έρευνες και παίρνοντας συνέντευξη από λίγους ανθρώπους εδώ κι εκεί, μπορούν να αποκτήσουν μια «αντικειμενική κατανόηση» γι’ αυτό το σύνθετο ζήτημα που εκτείνεται στην ιστορία μισού αιώνα. Και δυστυχώς, πολύ συχνά εστιάζουν τα άρθρα γνώμης τους σε ένα ιδιαίτερα ευάλωτο κομμάτι της κοινότητάς μας: τα τρανς παιδιά.

 

Κατά πάσα πιθανότητα θα έχετε δει μερικά από αυτά τα άρθρα. Εκφράζουν ανησυχία για τις περιπτώσεις ανθρώπων που διακόπτουν την φυλομετάβασή τους, παραθέτοντας παραδείγματα τρανς ανθρώπων που άλλαξαν την αρχική τους επιλογή, επιστρέφοντας στο φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση. Τέτοια κείμενα σε αφήνουν με την αίσθηση ότι οι επαγγελματίες υγείας που ασχολούνται με τρανς άτομα είναι εμπλεκόμενοι σε κάποιου είδους απερίσκεπτο κοινωνιολογικό πείραμα. Κάθε φορά που τρανς άνθρωποι εναντιώνονται σε αυτές τις παρερμηνείες ή στις παλιές ιδεολογίες ιατρικοποίησης, αυτοί οι δημοσιογράφοι θα βροντοφωνάξουν «οι τρανς ακτιβιστές επιτίθενται στην επιστήμη!» χωρίς ποτέ να αναγνωρίσουν την επιστημονική συνεισφορά τρανς υποστηρικτών, ερευνητών και παρόχων υγείας που συμφωνούν μαζί μας σε σχέση με αυτά τα θέματα.

 

Αντί να γράψω μια μικρή περιεκτική κριτική ή αντίκρουση των τελευταίων άρθρων τύπου «παιδιά σε κίνδυνο!» και «ακτιβιστές εκτός ελέγχου!» των ημερών, αποφάσισα να γράψω επί μακρόν και λεπτομερώς. Το κείμενο που διαβάζετε επιδιώκει να αποτελέσει έναν οδηγό σε 7 βήματα για όποιον ενδιαφέρεται να γεμίσει τις τρύπες, να διαβάσει ανάμεσα στις γραμμές και να εξετάσει τις υποθέσεις με τις οποίες είναι γεμάτα τα κείμενα που μιλούν για τρανς παιδιά.

Πολλά προβλήματα ξεκινούν με μια υπεραπλούστευση, είτε της τρανς ορολογίας και/ή του εύρους της τρανς εμπειρίας, οπότε θα ξεκινήσω από αυτό το ζήτημα. Θα παρέχω επίσης το απαραίτητο πλαίσιο σχετικά με τη φυλομετάβαση στους ενήλικες, πριν ασχοληθώ με το αμφιλεγόμενο θέμα των τρανς παιδιών.

 

1. Η διάκριση (και η απουσία της) μεταξύ transgender και transsexual.

Η λέξη transgender ιστορικά αναφέρεται σε ανθρώπους που αψηφούν τις κοινωνικές προσδοκίες σχετικά με το φύλο. Οι τρανς ακτιβιστές της δεκαετίας του ’90 που πρωτοχρησιμοποιήσαν τον όρο, τον άφησαν σκοπίμως ανοιχτό ώστε να μπορεί να συμπεριλάβει τους ανθρώπους που επιλέγουν επεμβάσεις επαναπροσδιορισμού φύλου (τρανσέξουαλ), ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται εκτός του δίπολου αρσενικό-θηλυκό, παρενδυσίες (crossdressers-ανθρώπους που ταυτίζονται με το φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση, αλλά ορισμένες φορές ντύνονται και/ή εκφράζονται ως το άλλο φύλο), ανθρώπους με μη συμβατική έκφραση ταυτότητας φύλου (gender non-conforming) (θηλυκοί άνδρες, αρρενωπές γυναίκες, ανδρόγυνοι/ες) και πιθανώς κι άλλοι. Δεν θα αυτοπροσδιορίζονταν όλοι όσοι δυνάμει περιλαμβάνονται στην ομπρέλα του όρου «transgender» ως τρανς, ωστόσο κοινωνικά θεωρείται ότι όλες οι παραπάνω κατηγορίες αψηφούν με σημαντικούς τρόπους τις νόρμες του φύλου.

 

Δυστυχώς, στην συμβατική συζήτηση (και εντός ορισμένων τμημάτων της τρανς κοινότητας), η λέξη «transgender» (κακώς) χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για να γίνει αναφορά σε ανθρώπους που ταυτίζονται και ζουν ως μέλη του αντίθετου φύλου από αυτό που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση- τουτέστιν, άνθρωποι που ιστορικά έχουν περιγραφεί ως τρανσέξουαλ. Σε ορισμένους από τους ανθρώπους, οι οποίοι εμπίπτουν σ’ αυτή την κατηγορία δεν αρέσει η ετικέτα «τρανσέξουαλ» (όπως σε ορισμένους δεν αρέσει η ετικέτα «διεμφυλικός»), αλλά θα την χρησιμοποιήσω εδώ διότι η διάκριση μεταξύ ανθρώπων που επιτελούν την κοινωνική και σωματική μετάβαση (τουτέστιν τρανσέξουαλ), και των ανθρώπων του τρανς φάσματος που δεν κάνουν αυτή τη μετάβαση, είναι κομβικής σημασίας γι’ αυτή τη συζήτηση.

 

2. Υπάρχουν πολλές τρανς τροχιές.

Οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να ακούνε την κανονιστική τρανσέξουαλ ιστορία ατόμων, τα οποία γνώριζαν από την παιδική τους ηλικία ότι θα έπρεπε να ανήκουν/να είναι (σ)το άλλο φύλο, και ως εκ τούτου πάλεψαν με αυτά τα συναισθήματα για πολλά χρόνια, ώσπου κάποια στιγμή κατάφεραν να κάνουν τη μετάβαση στο φύλο με το οποίο αυτοπροσδιορίζονταν και μετά έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Οι εμπειρίες αρκετών τρανσέξουαλ ταιριάζουν σ’ αυτό το γενικό πρότυπο, ωστόσο άλλες διαφέρουν. Ορισμένοι άνθρωποι δεν βιώνουν δυσφορία φύλου ή/και την επιθυμία να είναι το άλλο φύλο μέχρι αρκετά αργότερα στη ζωή τους. Ορισμένοι ζουν ευχαριστημένοι ως μέλη μιας μη τρανσέξουαλ ταυτότητας (για παράδειγμα ως παρενδυτικοί, genderqueer, γκέι ή λεσβίες) για αρκετά χρόνια πριν φτάσουν στο συμπέρασμα ότι θα ήταν ευτυχέστεροι αν έκαναν τη μετάβαση. Εν τέλει, οι τρανσέξουαλ πιθανόν να διαφέρουν στον τρόπο με τον οποίο έκαναν την κοινωνική και σωματική τους μετάβαση. Πολλοί (όπως κι εγώ) επαναπροσδιορίστηκαν τόσο κοινωνικά όσο και σωματικά, ενώ άλλοι μπορεί να είναι ευτυχισμένοι με την κοινωνική τους μετάβαση χωρίς σωματικές παρεμβάσεις. Και άλλοι μπορεί να έχουν κάνει τη σωματική μετάβαση χωρίς ωστόσο να έχουν ολοκληρώσει την κοινωνική, σε περιπτώσεις που δεν είναι ασφαλές γι’ αυτούς να ζουν διαρκώς στο αυτοπροσδιοριζόμενο φύλο τους. Τελικά, ακριβώς όπως οι ταυτότητες των τρανς ατόμων και η προσωπική τους κατανόηση του φύλου μπορεί να αλλάζει με το χρόνο πριν την μετάβασή τους, έτσι μπορεί να αλλάζει και μετά. Γνωρίζω ανθρώπους που ακολούθησαν μια κανονιστική τρανσέξουαλ πορεία ώστε αρχικά έγιναν τρανς άνδρες ή τρανς γυναίκες, αλλά με τον χρόνο διαπίστωσαν ότι ήταν πιο χαρούμενοι προσδιοριζόμενοι ως genderqueer και/ή εκφραζόμενοι μέσα από μια περισσότερο ανδρόγυνη εμφάνιση. Ένα σχετικά μικρό ποσοστό (λιγότερο από 4% σύμφωνα με αρκετές μελέτες) εν τέλει αποφασίζει να κάνει αντίστροφη μετάβαση, δηλαδή να επιστρέψει στη ζωή του ως μέλος του φύλου που του αποδόθηκε κατά τη γέννηση.

 

Οι λόγοι για τους οποίους ορισμένοι άνθρωποι κάνουν αντίστροφη μετάβαση ποικίλλουν. Κάποιοι διαπιστώνουν ότι οι σωματικές αλλαγές δεν τους έκαναν ευτυχισμένους και δεν τις αισθάνονται σωστές. Άλλοι είναι ευχαριστημένοι με τις αλλαγές αλλά αποφασίζουν την αντίστροφη μετάβαση για λόγους πραγματιστικούς ή υλικοτεχνικούς. Για παράδειγμα, για κάποιους είναι πολύ δύσκολο να έχουν πρόσβαση σε ορμόνες ή άλλες φυλομεταβατικές διαδικασίες με τον τρόπο που επιθυμούν. Άλλοι το κάνουν για χάρη του/της συζύγου/συντρόφου, ώστε να διαφυλάξουν τη σχέση τους. Άλλοι το κάνουν επειδή δυσκολεύονται να βρουν δουλειά ή σπίτι, και/ή έχουν κουραστεί από την διαρκή παρενόχληση που υφίστανται απλώς επειδή πρόκειται για ορατά τρανς άτομα που κινούνται στον κόσμο. Κάποιοι κάνουν την αντίστροφη μετάβαση δια παντός και άλλοι επιστρέφουν ξανά στο αυτοπροσδιοριζόμενο φύλο αργότερα στη ζωή τους.

 

Αυτό είναι το ακατάστατο πλαίσιο των τρανς πραγματικοτήτων που είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε ώστε να συζητήσουμε με ειλικρίνεια το υπό εξέταση θέμα.

 

3. Τι είναι η Τρανσφοβία;

Οι περισσότεροι λογικοί άνθρωποι θα συμφωνήσουν ότι αυτά που ανέφερα παραπάνω για τρανς άτομα που δέχονται παρενόχληση απλώς και μόνο περπατώντας στο δρόμο, ή τους αρνούνται δουλειές και στέγαση, αποτελούν παραδείγματα τρανσφοβίας. Όμως η τρανσφοβία δεν είναι απλώς ο «φόβος» ή το «μίσος» απέναντι στους τρανς ανθρώπους. Είναι καλύτερα να σκεφτούμε την τρανσφοβία ως ένα πρότυπο, διάχυτο στην κοινωνία μας , το οποίο βασίζεται στην υπόθεση ότι τα σις (δηλαδή τα μη-τρανς), σώματα, ταυτότητες και εμπειρίες είναι έγκυρα και αποτελούν τον άφατο κανόνα, ενώ τα τρανς ομόλογά τους θεωρούνται παραβατικά, μη αυθεντικά, ελαττωματικά και ύποπτα.

 

Αυτό χρειάζεται να τονιστεί, διότι συχνά οι συγγραφείς των κειμένων στα οποία ασκώ κριτική θα υπερθεματίσουν σχετικά με το πόσο συντάσσονται με τα τρανς δικαιώματα και πόσο φιλικά διάκεινται προς την τρανς κοινότητα, την ίδια στιγμή που κάνουν δηλώσεις και εκφράζουν γνώμες από τις οποίες προκύπτει ξεκάθαρα ότι βλέπουν τα φύλα των τρανς ανθρώπων ως λιγότερο πολύτιμα ή έγκυρα από τα σις. Όπως εκφράσεις σεξισμού, ρατσισμού, ομοφοβίας και διακρίσεων κατά των ατόμων με αναπηρία μπορούν να περνούν απαρατήρητες, ή να εκφέρονται χωρίς συνείδηση, το ίδιο ισχύει και για εκφράσεις τρανσφοβίας.

 

4. Το τρανς και το σις είναι χρήσιμοι όροι, αλλά δεν αναφέρονται σε αμετάβλητες, ουσιοκρατικές κατηγορίες.

Στον τρανς ακτιβισμό συχνά χρησιμοποιούμε τη λέξη cisgender/ cissexual (στο εξής σις) για να αναφερθούμε σε άτομα που δεν είναι τρανς. Αυτές οι λέξεις υπηρετούν έναν χρήσιμο σκοπό όταν μιλά κανείς για τα τρανσφοβικά διπλά στάνταρτς, τουτέστιν το πώς η πρόσληψη, ερμηνεία και συμπεριφορά είναι διαφορετική όταν αφορά σε τρανς άτομα σε σχέση με τα σις άτομα. Ωστόσο, στη συζήτηση για τις τρανς ταυτότητες και πορείες, αυτοί οι όροι δίνουν την λανθασμένη εντύπωση ότι σις και τρανς είναι αμετάβλητες και αμοιβαίως αποκλειόμενες κατηγορίες, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι.

 

Για παράδειγμα, υπάρχουν πολύ άνθρωποι εκεί έξω (αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή) που θα περιέγραφαν τους εαυτούς τους ως σις, αλλά που στο μέλλον θα αυτοπροσδιοριστούν ως τρανς. Επιπλέον, (στην περίπτωση αυτών που προβαίνουν σε αντίστροφη φυλο-μετάβαση) ορισμένοι άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται ως τρανς σήμερα μπορεί να μην το κάνουν στο μέλλον.

 

Στην πραγματικότητα όταν συζητάμε θέματα ταυτότητας και επαναπροσδιορισμού φύλου, βασικά υποθέτουμε ότι οι άνθρωποι είναι εκ των προτέρων/εκ φύσεως σις μέχρι να πουν ή να κάνουν κάτι (δηλαδή μέχρι να εκφράσουν μια τρανς ταυτότητα, να εκδηλώσουν μια μη συμβατική έκφραση φύλου) που να υποδηλώνει ότι δεν είναι. Αυτό το σημείο είναι καθοριστικό και σύντομα θα επανέλθω στο ζήτημα.

 

Επιπλέον δεν υπάρχει τρόπος να αξιολογήσουμε (ιατρικά, ψυχολογικά ή με άλλον τρόπο) αν ένα άτομο είναι «στ’ αλήθεια» τρανς. Ο όρος τρανς αναφέρεται στο βίωμα –τα άτομα έχουν έναν εσωτερικό τρόπο να βιώνουν το φύλο τους, τον οποίο μπορούν είτε να τον καταπιέσουν, είτε να τον εκφράσουν ανοιχτά με το να είναι και να ζουν ως μη συμμορφούμενα με τις νόρμες των φύλων ή να μπουν στη διαδικασία της φυλο-μετάβασης.

 

5. Ποιος πρέπει να κάνει τη φυλο-μετάβαση;

Μια υποκατηγορία των τρανς ανθρώπων βιώνουν δυσαρέσκεια και αγωνία με το φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση και/ή μια έντονη επιθυμία να είναι το άλλο φύλο- στην ιατρική βιβλιογραφία αυτή η εμπειρία αναφέρεται ως “δυσφορία φύλου”. Δεν πρόκειται για μια «επινοημένη συνθήκη» ή για απλή «σύγχυση φύλου» -είναι μια πολύ αληθινή κατάσταση που βιώνεται πολύ έντονα ακόμα και εξοντωτικά.

 

Αν και μια ήπια μορφή δυσφορίας φύλου μπορεί να μετριαστεί με διάφορους τρόπους (ίσως με παρενδυσία, με πειραματισμούς και εξερευνήσεις του φύλου κλπ), η μόνη γνωστή θεραπεία για την αποτελεσματική μείωση ή εξαφάνιση της βαριάς μορφής δυσφορίας φύλου είναι η φυλο-μετάβαση. Υπάρχει ένα μεγάλο σώμα κλινικών αποδείξεων που το επιβεβαιώνουν και γι’ αυτό το λόγο πρόκειται για μια διαδικασία που έχει επικυρωθεί ιατρικά και χρειάζεται να καλύπτεται από τους ασφαλιστικούς φορείς.

 

Και πάλι, δεν υπάρχουν τεστ που να καθορίζουν με βεβαιότητα το αν ένα δεδομένο τρανς άτομο πρέπει ή δεν πρέπει να προβεί σε επαναπροσδιορισμό. Αυτό που συμβαίνει στην πράξη είναι ότι αν η δυσφορία ενός ατόμου και η επιθυμία του να ζήσει στο φύλο με το οποίο αυτοπροσδιορίζεται είναι αρκετά έντονη, θα αναζητήσει τα μέσα για τη μετάβαση –είτε μέσα από το σύστημα υγείας, είτε με άλλο τρόπο. Οι «κέρβεροι» του παλαιού συστήματος υγείας είχαν εξαιρετικά αυστηρά κριτήρια για να εγκρίνουν τη φυλο-μετάβαση (βασισμένα εν πολλοίς στο ιστορικό της παιδικής ηλικίας, τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την υποτιθέμενη ικανότητα του ατόμου να «περνάει» ως το άλλο φύλο) και αυτό εν τέλει ανάγκαζε πολλούς τρανς ανθρώπους που ένιωθαν έντονη την ανάγκη να κάνουν την μετάβαση, είτε να λένε ψέματα για το ιστορικό τους και/ή να κάνουν μόνοι τους τη μετάβαση εκτός του συστήματος υγείας.

 

Εγώ (όπως πολλοί τρανσέξουαλ άνθρωποι) ταλαιπωρήθηκα με το ερώτημα αν πρέπει ή όχι να κάνω τη μετάβαση. Θυμάμαι να συμμετέχω σε ομάδες συζήτησης για τρανς θέματα στο διαδίκτυο και να θέτω το ερώτημα: «Πώς είναι δυνατόν να γνωρίζω στα σίγουρα αν θα είμαι ευτυχέστερη μεταβαίνοντας στο γυναικείο φύλο και ζώντας ως γυναίκα;» Τις περισσότερες φορές λάμβανα απαντήσεις που τις θεωρούσα όχι ικανοποιητικές (αν και εκ των υστέρων τις βρίσκω ουσιαστικές), που έλεγαν πάνω κάτω αυτό:

 

Δεν μπορείς να γνωρίζεις στα σίγουρα μέχρι να δοκιμάσεις. Αν κάνεις τα πρώτα βήματα και σου αρέσουν τα αποτελέσματα – αν δηλαδή οι αλλαγές στο σώμα και τη ζωή σου σε κάνουν να νιώθεις πιο ευτυχισμένη ή πιο ολοκληρωμένη, τότε το πιθανότερο είναι ότι η μετάβαση ήταν η σωστή απόφαση για σένα. Αν δεν σου αρέσουν οι αλλαγές, είτε κατευθείαν, είτε σ’ ένα χρόνο ή και αργότερα, μπορείς πάντα να αλλάξεις γνώμη.

 

Εγώ χρειάστηκα δυο βδομάδες σε καθεστώς μετάβασης για να αντιληφθώ ότι είχα πάρει τη σωστή απόφαση. Ωστόσο, άλλοι άνθρωποι ξεκινούν τη μετάβαση, και μετά σταματούν για τον έναν ή τον άλλο λόγο, μπορεί λόγω φόβου ή γιατί δεν αισθάνονται ότι πράττουν σωστά. Ορισμένα τρανς άτομα που ξεκίνησαν αλλά σταμάτησαν κάποια στιγμή στο παρελθόν, μπορεί να κάνουν επιτυχείς μεταβάσεις χρόνια αργότερα, κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Χρειάζεται επίσης να προσθέσω ότι όταν λέω «ξεκινούν την μετάβαση» εδώ, μιλάω για τη λήψη ορμονών, η επίδραση των οποίων είναι σε μεγάλο βαθμό αναστρέψιμη αν τις κάνεις για βδομάδες ή λίγους μήνες (και είναι συνήθως τότε που σταματούν όσοι άνθρωποι δεν τους αρέσει τη λήψη τους).

 

Οπότε βασικά, αυτό είναι η φυλο-μετάβαση. Τίποτα σε αυτήν δεν είναι απλό. Το να είναι κανείς τρανς δεν μπορεί να μετρηθεί ή να υπολογιστεί με βάση κάποια κλίμακα ή κάποια αντικειμενικότητα –είναι εγγενώς υποκειμενικό και εμπειρικό. Η φυλο-μετάβαση είναι ένα θέμα προσωπικής εξερεύνησης, μια διαδικασία ανεύρεσης του τι λειτουργεί για κάποιον σε ατομικό επίπεδο. Εξ ανάγκης, συχνά είναι μια διαδικασία δοκιμής-σφάλματος.

 

6. Το σχήμα «σις άνθρωποι μετατρέπονται σε τρανς»

Η απόφαση για φυλο-μετάβαση δεν συμβαίνει εν κενώ. Λαμβάνει χώρα εντός ενός πλαισίου συστημικής κοινωνικής τρανσφοβίας. Κάθε τρανς άτομο γνωρίζει πολύ καλά πόσο επίμονες είναι οι διακρίσεις σε βάρος μας (και το αντιμετωπίζουμε κάθε μέρα). Και κάθε τρανσέξουαλ άτομο που προβαίνει σε επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου το κάνει παρά την συστημική τρανσφοβία. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια μαρτυρία του πόσο έντονη μπορεί να είναι η δυσφορία φύλου, ή (για να το θέσουμε μ’ έναν λιγότερο παθολογικοποιημένο τρόπο), πόσο βαθιά ριζωμένες είναι οι ταυτότητες φύλου: προτιμούμε να ζήσουμε με το στίγμα της τρανσφοβίας από το να εξαναγκαστούμε να ζήσουμε με το φύλο που μας αποδόθηκε κατά τη γέννηση.

 

Εξαιτίας του ότι οι σις άνθρωποι δεν μπορούν να κατανοήσουν τι σημαίνει να έχεις δυσφορία φύλου (εφόσον δεν το έχουν βιώσει προσωπικά), και συχνά αρνούνται να πάρουν στα σοβαρά τις έμφυλες εμπειρίες των τρανς (επειδή μας βλέπουν ως παράτυπους και ύποπτους ως αποτέλεσμα της τρανσφοβίας), σκαρφίζονται μερικές φορές από συγκαταβατικές έως πατερναλιστικές θεωρίες και μας αποδίδουν σκοτεινά κίνητρα ώστε να εξηγήσουν την επιθυμία μας να αυτοπροσδιοριστούμε. Ορισμένοι λένε ότι κάνουμε την φυλο-μετάβαση σε μια προσπάθεια να ταιριάξουμε (ως στρέητ, ως ετεροκανονικοί) ή να αποκτήσουμε ανδρικά προνόμια, άλλοι ότι είμαστε διεστραμμένοι, ή ότι είμαστε μπερδεμένοι/ανίδεοι/αφελείς και ως εκ τούτου επιρρεπείς στο να παρασυρθούμε από ειδεχθή ιδεολογήματα (όπως η πατριαρχία, το απεχθές ιατρικό κατεστημένο, κάποια μοχθηρή διεμφυλική ατζέντα). Έχω ακούσει πολλές ακόμα ευφάνταστες θέσεις, έχω ξεσκεπάσει τη γελοιότητά τους στο έργο μου, και αυτό που μοιράζονται όλες είναι αφενός ότι απορρίπτουν την ορθότητα/εγκυρότητα των ταυτοτήτων φύλου με τις οποίες αυτοπροσδιοριζόμαστε και τις εμπειρίες μας σχετικά με τη δυσφορία φύλου και αφετέρου υποτιμούν, ή παραβλέπουν εντελώς, τη βαρύτητα της τρανσφοβίας που αντιμετωπίζουμε και η οποία τους επιτρέπει σε τελική ανάλυση να μιλούν για μας ως άτομα που αντί να κάνουν σοβαρές και μελετημένες επιλογές, ζουν τη ζωή τους με επιπολαιότητα, απροσεξία και απερισκεψία.

 

Και είναι σε αυτό το σημείο –στη διασταύρωση όλων αυτών των αυθαίρετων υποθέσεων για τους τρανς- που γεννιέται το σχήμα περί «σις ανθρώπων που μετατρέπονται σε τρανς». Αυτό το σχήμα διέπει και κατευθύνει όλα τα mainstream άρθρα γνώμης τα οποία με ιδιαίτερα προβληματικό τρόπο μιλούν για τους τρανς ανθρώπους και τις διαδικασίες φυλο-μετάβασης. Υπάρχουν δυο κυρίως θέσεις από τις οποίες τίθεται το θέμα στα εν λόγω κείμενα:

 

Η «ανταγωνιστική» θέση: μια τέτοια θέση υιοθετείται από τους ανθρώπους που δεν πιστεύουν ότι το τρανς είναι μια αυθεντική εμπειρία ή ταυτότητα. Αν κάποιος δεν πιστεύει ότι η δυσφορία φύλου είναι πραγματική, ή οι ταυτότητες φύλου των τρανς ατόμων είναι έγκυρες, τότε στο μυαλό του, οι τρανς άνθρωποι δεν μπορεί παρά να είναι παράφρονες, αλλοπρόσαλλοι και/ή παραπλανημένοι, άνθρωποι που τους αξίζει να γίνουν αντικείμενο εξονυχιστικού ελέγχου και κριτικής για τις επιλογές τους στη ζωή. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, η τρανσφοβία δεν είναι μια μορφή διάκρισης αλλά μια έγκυρη δημόσια κριτική. Αν κάποιος πιστεύει ότι το «τρανς» δεν είναι κάτι πραγματικό, το πιθανότερο είναι ότι βλέπει ότι η ανθρωπότητα συνίσταται από ανθρώπους γεννημένους στο ένα από τα δυο βιολογικά φύλα, και ότι μια μερίδα από δαύτους έχει βαλθεί με ανεύθυνο τρόπο να αλλάξει την σωματική του κατασκευή.

 

Η «καχύποπτη» θέση: ακόμα και όταν κάποιος δέχεται ότι η δυσφορία φύλου και οι τρανς ταυτότητες φύλου είναι πραγματικές (αλλά σπάνιες), μπορεί να του δημιουργηθούν υποψίες σχετικά με την αυξανόμενη ορατότητα των τρανς ανθρώπων στις μέρες μας σε σύγκριση με 10 χρόνια νωρίτερα. Συνήθως υπάρχει άγνοια της μετάβασης από το παλιό σύστημα των «κέρβερων» (που καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη την πρόσβαση στον επαναπροσδιορισμό για τα τρανς άτομα) στο σημερινό σύστημα μέριμνας για την υγεία των τρανς το οποίο λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις εμπειρίες και τις ανησυχίες των τρανς ατόμων. Έχοντας λοιπόν άγνοια όλων αυτών, μπορεί κανείς να ανησυχεί ότι αυτή η αύξηση των τρανς οφείλεται σε ανθρώπους που δεν είναι «στ’ αλήθεια τρανς» (δηλαδή σε σις άτομα), τα οποία δέχονται κάποιου είδους ανάρμοστη επιρροή ή στρατολόγηση προς τις τρανς ταυτότητες και τη φυλο-μετάβαση.

Θέλω να εξετάσω λίγο περισσότερο αυτή τη θέση, διότι χρησιμοποιείται κατά κόρον από σχολιαστές που παρουσιάζονται ως φιλικοί προς τους τρανς, και επίσης η θέση αυτή έχει πολλές πιθανότητες να εμφανιστεί ως «εύλογη» σ’ έναν μέσο αναγνώστη που δεν έχει ενημέρωση για τα τρανς θέματα. Παραθέτω εδώ τους λόγους που, κατά τη γνώμη μου, η «καχύποπτη» θέση σφύζει από συστηματική αντι-τρανς μεροληψία:

 

Όπως επισήμανα νωρίτερα, το επιχείρημα ότι ορισμένοι άνθρωποι παραπλανούνται ή στρέφονται από άλλους στη φυλο-μετάβαση μπορεί να σχηματιστεί μόνο αν κάποιος σκοπίμως αρνείται, παραβλέπει ή υποτιμά την ύπαρξη της τρανσφοβίας, της δυσφορίας φύλου και της εγκυρότητας των ταυτοτήτων φύλου των τρανς ατόμων. Υπό αυτή την έννοια ένα τέτοιο επιχείρημα είναι πλήρως εμποτισμένο στην τρανσφοβία.

 

Η ιδέα ότι ορισμένοι άνθρωποι που επαναπροσδιορίζονται δεν είναι «στ’ αλήθεια τρανς» προϋποθέτει ότι οι κατηγορίες σις και τρανς είναι αμετάβλητες και ουσιοκρατικές –πράγμα που σε καμία περίπτωση δεν ισχύει, όπως έδειξα στο τέταρτο βήμα. Οποιοσδήποτε σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο φυλο-μετάβασης και προβαίνει σε ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση ανήκει στο τρανς φάσμα (τουλάχιστον για την χρονική περίοδο που βρίσκεται στην παραπάνω κατάσταση). Ακόμα και αν για κάποιο λόγο ο επαναπροσδιορισμός δεν πάει καλά για ορισμένα άτομα, δεν σημαίνει ότι «στην πραγματικότητα ήταν εξαρχής σις», απλώς σημαίνει ότι ο επαναπροσδιορισμός δεν ήταν ο σωστός δρόμος για αυτά τα άτομα σε προσωπικό επίπεδο.

 

Αν οι «υποψίες» αυτής της θέσης ήταν αληθείς (ότι δηλαδή οι σις άνθρωποι στρέφονται χωρίς να έχουν την ανάγκη για κάτι τέτοιο σε τρανς ταυτότητες), προκύπτει αρκετά καθαρά ότι η θέση αυτή υπαινίσσεται ότι η πρόσβαση στον επαναπροσδιορισμό, ακόμα και η αποδοχή των τρανς ταυτοτήτων και η πληροφόρηση σχετικά με αυτές, θα όφειλαν να είναι περιορισμένες. Αυτή είναι η λογική πίσω από την εν λόγω θέση, ακόμα και όταν οι ομιλητές ή οι γράφοντες που προωθούν αυτού του είδους τα επιχειρήματα, καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια ώστε να μην πουν ποτέ ρητά κάτι τέτοιο, στο πλαίσιο της διατήρησης μιας δημόσιας εικόνας φιλικής στο τρανς. Με άλλα λόγια, αυτό που, εμμέσως πλην σαφώς, προτείνεται είναι μια παλινδρόμηση ως προς τις κατακτήσεις όσο αφορά στα τρανς δικαιώματα και την πρόσβαση των τρανς ατόμων σε δομές υγείας.

 

Δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι αυτά τα άρθρα γνώμης είναι όλα γραμμένα από σις συγγραφείς, οι οποίοι, ως ανοίκειοι με όλα αυτά, κοιτούν την κατάσταση και αυθόρμητα φτάνουν στο συμπέρασμα: «ωχ όχι, μερικοί σις άνθρωποι επιλέγουν, ή παρασύρονται από, έναν τρανς τρόπο ζωής!» Όμως εγώ θα ρωτήσω: Γιατί αυτό αποτελεί πρόβλημα; Εννοώ, ότι εφόσον αυτοί οι υποτιθέμενοι «σις άνθρωποι που μετατρέπονται σε τρανς» είναι ευτυχισμένοι με τις επιλογές τους και τη ζωή τους μετά τον επαναπροσδιορισμό, γιατί να μας ενδιαφέρει το θέμα; Ειλικρινά πιστεύω ότι αυτή η ανησυχία και η ενασχόληση προκύπτει κατευθείαν από την τρανσφοβική υπόθεση ότι τα σις σώματα είναι έγκυρα και άξια, ενώ τα τρανς σώματα είναι λάθος, είναι ελαττωματικά. Αυτή είναι η θεώρηση που οδηγεί αυτούς τους συγγραφείς να υποθέτουν ότι όταν «σις άνθρωποι γίνονται τρανς» αυτό είναι εκ των πραγμάτων ένα ανεπιθύμητο αποτέλεσμα, ακόμα και όταν τα άτομα αυτά είναι ευτυχισμένα. Διότι σε τελική ανάλυση, πήραν το πολύτιμο και τέλειο σις σώμα τους και το μεταμόρφωσαν σε ένα ελαττωματικό τρανς. Αυτό μας βοηθά να εξηγήσουμε γιατί η άρρητη παραδοχή αυτών των άρθρων (ότι δηλαδή η φυλο-μετάβαση οφείλει να είναι περιορισμένη, αν όχι απαγορευμένη ώστε να προστατευτούν οι σις άνθρωποι) έχει απήχηση για τόσους πολλούς αναγνώστες: το να αρνηθούμε στους τρανς ανθρώπους την πρόσβαση στο σύστημα υγείας και στο να ζουν χαρούμενες ασφαλείς ζωές μοιάζει λογικό τίμημα αν πρόκειται να σωθούν έστω και ελάχιστοι σις άνθρωποι από το να κάνουν ένα τόσο φρικτό λάθος με το σώμα τους.

 

Φυσικά, τόσο η ανταγωνιστική όσο και η υποψιασμένη θέση θα έβρισκαν μια μικρή βάση στην πραγματικότητα αν υπήρχαν οποιουδήποτε είδους στοιχεία που να υπαινίσσονται ότι οι σις άνθρωποι όντως «προσηλυτίζονται» στο τρανς. Για παράδειγμα, τι θα σήμαινε αν ορισμένοι άνθρωποι που επαναπροσδιορίζονται αποφάσιζαν να επιστρέψουν σε μια σις κατάσταση; Αυτό, φυσικά μας φέρνει στο επόμενο ζήτημα…

 

7. Χρησιμοποιώντας τους ανθρώπους που αναιρούν τη φυλο-μετάβασή ως μαριονέτες

Μίλησα εν συντομία για τους ανθρώπους που αναιρούν τη φυλο-μετάβασή τους στο βήμα 2. Υπάρχουν άφθονοι λόγοι που μπορεί να υπαναχωρήσει ένα άτομο: ορισμένοι από αυτούς είναι σωματικοί και προσωπικοί και άλλοι είναι άμεσα συνδεδεμένοι με την καταστατική τρανσφοβία (την απώλεια εργασίας, στέγασης, οικογένειας, υποστηρικτικού δικτύου, ασφάλειας). Και φυσικά μπορεί να πρόκειται για έναν συνδυασμό λόγων.

 

Σ’ έναν τέλεια κόσμο, θα ήμασταν σε θέση να διεξάγουμε έναν ανοιχτό και ειλικρινή διάλογο για την «αναίρεση», προσεγγίζοντάς την ως μια προσωπική απόφαση βασισμένη στην ευημερία του υποκειμένου. Δυστυχώς όμως, θιασώτες του σχήματος «σις άνθρωποι μετατρέπονται σε τρανς», επιμένουν να επισημαίνουν την ύπαρξη αυτών των ανθρώπων (και ενίοτε να εκμεταλλεύονται τις προσωπικές τους ιστορίες) για να προωθήσουν τις αντι-τρανς ατζέντες τους. Μετατρέπουν αυτές τις ιστορίες σε ανεκδοτολογικά περιστατικά που φαίνεται (ειδικά στα μάτια ανθρώπων που δεν έχουν καμία γνώση πάνω στο τρανς) να αποδεικνύουν την θέση τους ότι «σις άνθρωποι μετατρέπονται σε τρανς».

 

Η δυναμική εδώ είναι αρκετά παρόμοια με το φαινόμενο του «πρώην γκέι». Οι συντηρητικές δυνάμεις που επιμένουν ότι η ομοφυλοφιλία είναι μια «αναστρέψιμη ασθένεια» ή απλώς «ένα εναλλακτικό lifestyle» αρέσκονται να πλασάρουν την ύπαρξη «πρώην ομοφυλόφιλων» (μερικοί εκ των οποίων μπορεί να προσδιορίζονται οι ίδιοι με αυτόν τον τρόπο και να μετανιώνουν για τον πρότερο ομοφυλοφιλικό τους βίο). Κάτι τέτοιο είναι κατανοητό να οδηγεί τις γκέι κοινότητες να οχυρώνονται στις θέσεις τους και αυξάνει την πιθανότητα να αποστασιοποιηθούν από όποιον μετατοπίζει τη σεξουαλική του ταυτότητα από γκέι σε αμφισεξουαλική ή ετεροσεξουαλική. Ως αμφισεξουαλικό άτομο, απογοητεύομαι από τις τάσεις της γκέι και λεσβιακής κοινότητας να δαιμονοποιούν αυτούς που βιώνουν μετατοπίσεις στον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, όπως επίσης αντιτίθεμαι στους τρανς ανθρώπους που θέλουν να απομονωθούν από τη κοινότητα οι άνθρωποι που διακόπτουν την μετάβασή τους. Δεν μου αρέσει αυτό που βλέπω, αλλά μπορώ να καταλάβω γιατί αυτή η δυναμική προκύπτει εντός της κοινότητας. Και δεν ξεκινάει από εμάς. Ξεκινάει με την τρανσφοβία –με ανθρώπους που όντας εκτός των τρανς κοινοτήτων χρησιμοποιούν αντι-τρανς επιχειρήματα, είτε από την ανταγωνιστική, είτε από την καχύποπτη θέση τους.

 

Θα χαιρόμουν πολύ να δω περισσότερη υποστήριξη από την τρανς κοινότητα (και από τους παρόχους υγείας) προς τους ανθρώπους που επιλέγουν να αναιρέσουν τον επαναπροσδιορισμό τους. Όμως αυτό δεν πρόκειται να είναι εύκολο όσο άνθρωποι οι οποίοι επικαλούνται το σχήμα «σις που μετατρέπονται σε τρανς» εξακολουθούν να χρησιμοποιούν αυτά τα άτομα και τις ιστορίες τους ως πολιτικά πιόνια.

 

8. Εντοπίζοντας τη μεροληψία στον δημόσιο λόγο για τα τρανς παιδιά

Επιτέλους έχουμε αρκετά στοιχεία ώστε να εμπλακούμε σ’ ένα διάλογο σχετικά με τα τρανς παιδιά! Φυσικά τα περισσότερα άρθρα γνώμης συνήθως ξεκινούν κατευθείαν από το ζήτημα των παιδιών, χωρίς καμία μέριμνα για την ένταξη του ζητήματος στο απαραίτητο πλαίσιο, αγνοώντας όλες τις πληροφορίες που έχω παραθέσει μέχρι τώρα. Με αυτόν τον τρόπο οι μη ενήμεροι σε τρανς θέματα αναγνώστες είναι βασικά αδύνατο να τηρήσουν μια σχετικά κριτική στάση σε αυτό που διαβάζουν και να φτάσουν σ’ ένα συγκροτημένο, και όχι παντελώς αυθαίρετο, συμπέρασμα.

 

Επίσης σε αυτό το σημείο δεν θα ασχοληθώ άλλο με την ανταγωνιστική προς το τρανς θεώρηση. Σε τελική ανάλυση, αν πιστεύεις ότι «το τρανς δεν είναι κάτι πραγματικό» τότε προφανώς η σκέψη και μόνο «γιατρών και γονέων που μετατρέπουν τα παιδιά σε τρανς» αποτελεί βαρβαρότητα ικανή και άξια να προκαλέσει ηθικό πανικό. Αντ’ αυτού θα επικεντρωθώ στην «καχύποπτη» θεώρηση, κυρίως όπως αρθρώθηκε από συγγραφείς που θα τους χαρακτηρίζαμε κατά τα φαινόμενα λογικούς και με κάποια επιστημονική κατάρτιση, όπως η Alice Dreger (σε αυτό το άρθρο) και ο Jesse Singal (σε αυτό το άρθρο). (Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρουν τις αρχικές απαντήσεις μου σε αυτά τα άρθρα εδώ και εδώ).

 

Αρχικά θα περιγράψω δυο διαφορετικές προσεγγίσεις στην μεταχείριση τρανς παιδιών και παιδιών με μη-συμβατική έκφραση ταυτότητας φύλου, και μετά θα ασκήσω κριτική στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι προσεγγίσεις εμφανίζονται στον υπό εξέταση δημόσιο λόγο για το θέμα.

 

Για πολλές δεκαετίες (όταν ήμουν κι εγώ παιδί), αν ένας γονιός έφερνε το παρενδυτικό ή το μη-συμβατικό παιδί του στο (ψυχ)ιατρικό σύστημα, η κυρίαρχη μορφή θεραπείας ήταν η φυλο-διορθωτική θεραπεία (gender-reparative therapy) . Αυτή η προσέγγιση βασίζεται στην υπόθεση ότι οι ταυτότητες και προτιμήσεις φύλου των μικρών παιδιών είναι ακόμα εύπλαστες, και χρησιμοποιεί θετικές και αρνητικές στρατηγικές ενίσχυσης –για παράδειγμα, ενθαρρύνει ή απαγορεύει συγκεκριμένους τύπους παιχνιδιού και συγκεκριμένους συντρόφους στο παιχνίδι – σε μια προσπάθεια να κάνει το παιδί να συμπεριφερθεί και να προσδιοριστεί με τρόπο συμμορφωμένο στις κυρίαρχες νόρμες του φύλου.

 

Ωστόσο ο ισχυρισμός ότι το φύλο αυτών των παιδιών παραμένει εύπλαστο δεν είναι κατ’ ανάγκην σωστός. Σύμφωνα με το UCSF Center of Excellence for Transgender Health, «Από την ηλικία των 18 μηνών τα παιδιά μπορεί να είναι σε θέση να εκφράσουν πληροφορίες για την ταυτότητα φύλου τους και προτιμήσεις στην έκφραση του.» Μέχρι τα τρία ή τα τέσσερα χρόνια, τα παιδιά συχνά ήδη επιδεικνύουν προτιμήσεις στην έκφραση και την ταυτότητα του φύλου τους. Πράγματι αυτή είναι η ηλικία στην οποία πολλοί τρανς αναφέρουν να αντιλαμβάνονται για πρώτη φορά ότι θα έπρεπε να ανήκουν στο άλλο φύλο. Ως παιδιά, πολλοί τρανς, εξαναγκάστηκαν να δεχτούν και να συμμορφωθούν στο φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση (εξαιτίας τρανσφοβικών στάσεων των γονιών και της κοινωνίας), και μόνο πολύ αργότερα, στην ενήλικη πια ζωή τους, αυτοπροσδιορίστηκαν με βάση το φύλο με το οποίο ταυτίζονταν. Με άλλα λόγια, οι φυλο-διορθωτικές θεραπείες απλώς ενισχύουν αυτές τις ίδιες τρανσφοβικές στασεις, αν και σε ένα περισσότερο παρεμβατικό κλινικό πλαίσιο. Οι περισσότεροι άνθρωποι που γνώρισα με τα χρόνια, οι οποίοι είχαν υποβληθεί σε φυλο-διορθωτικές θεραπείες είναι τώρα ενήλικες τρανς που απεχθάνονται τη φυλο-διορθωτική διαδικασία: ένιωθαν ότι εξαναγκάζονται σε αυτήν και την έβρισκαν στιγματιστική ή τραυματική. Γι’ αυτό και η Διεθνής Επαγγελματική Ενωση για την Τρανς Υγεία (WPATH), ο οργανισμός που εκδίδει τις «Οδηγίες για τη φροντίδα διαφυλικών, διεμφυλικών και ατόμων με μη-συμβατική έκφραση ταυτότητας φύλου, δηλώνει σαφώς στην 7η έκδοση ότι: «αγωγή που στοχεύει στην προσπάθεια αλλαγής της ταυτότητας και έκφρασης φύλου ενός προσώπου, ώστε αυτή να βρεθεί σε σχέση μεγαλύτερης συμφωνίας με το φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, έχει επιχειρηθεί στο παρελθόν χωρίς επιτυχία, ειδικά μακροπρόθεσμη. Τέτοιου είδους αγωγή δεν θεωρείται πλέον ηθικά αποδεκτή». Καθώς αναπτύσσεται η αναγνώριση αυτού του προβλήματος, οι σύγχρονοι πάροχοι φροντίδας για την υγεία των τρανς υιοθετούν όλο και περισσότερο ένα μοντέλο «φυλο-επιβεβαίωσης» (gender-affirming care) για τα τρανς παιδιά. Αντί να ντροπιάζονται από τις οικογένειές του και να εξαναγκάζονται σε φυλο-συμμόρφωση, στα παιδιά αυτά δίνεται ο χώρος να εξερευνήσουν το φύλο τους. Αν σταθερά, επίμονα και συνεχόμενα αυτοπροσδιορίζονται με φύλο άλλο από αυτό που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση, τότε η ταυτότητά τους γίνεται σεβαστή και τους δίνεται η δυνατότητα να ζήσουν ως μέλη του φύλου με το οποίο αυτοπροσδιορίζονται. Αν παραμείνουν ευχαριστημένα με το αυτοπροσδιοριζόμενο φύλο τους, μπορεί αργότερα να τους δοθεί η δυνατότητα να πάρουν αναστολείς εφηβείας ώστε να αποτραπούν ανεπιθύμητες αλλαγές στο σώμα τους μέχρι την ηλικία που θα είναι αρκετά μεγάλα ώστε να λάβουν μια ενήμερη απόφαση για το αν επιθυμούν ή όχι να προβούν σε ορμονική μετάβαση. Αν αλλάξουν γνώμη σε οποιοδήποτε σημείο αυτής της διαδρομής, είναι ελεύθερα να κάνουν τις κατάλληλες αλλαγές προς την κατεύθυνση που επιθυμούν και να αναζητήσουν άλλες ταυτότητες.

Οι περισσότεροι ακτιβιστές και υπερασπιστές της τρανς κοινότητας προτιμούν αυτή την προσέγγιση, όχι μόνο διότι θέτει υπό αμφισβήτηση την καταστατική τρανσφοβία, αλλά επιπλέον επειδή προκρίνει μια κατά περίπτωση προσέγγιση για το κάθε παιδί, αντί να τα στρέφει όλα ανεξαιρέτως προς τον ίδιο στόχο (τουτέστιν προς τη φυλο-συμμόρφωση). Ένα παιδί που όλη τη ζωή του, δυναμικά επιμένει ότι είναι κορίτσι ή ότι είναι αγόρι θα δεχτεί διαφορετική συμβουλευτική, υποστήριξη και αγωγή από ένα παιδί που αρχίζει να αμφισβητεί την ταυτότητα φύλου του ή που συμπεριφέρεται συχνά με μη-συμβατικό τρόπο. Αυτή η προσέγγιση είναι πολύ πιο συνεπής με την ποικιλομορφία που υπάρχει κάτω από την «τρανς ομπρέλα».

 

Παρά ταύτα, η επιφυλακτικότητα των «καχύποπτων» συγγραφέων για το φυλο-επιβεβαιωτικό μοντέλο παραμένει. Και σε αυτή τη διαδικασία κριτικής του, είτε σκόπιμα, είτε αφελώς, τείνουν να κάνουν σημαντικές παραλείψεις και να αρθρώνουν παραπλανητικούς ισχυρισμούς που οδηγούν σχεδόν αναπόδραστα τον μη ενημερωμένο αναγνώστη στο να θεωρήσει τις φυλο-επιβεβαιωτικές προσεγγίσεις τουλάχιστον απερίσκεπτες, αν όχι αντι-επαγγελματικές, παράτυπες και ανήθικες. Παραθέτω εδώ τις πιο συνηθισμένες μεροληψίες σε αυτά τα κείμενα:

 

Ασχολούνται πρωτίστως με τα παιδιά που προχωρούν σε κοινωνική φυλο-μετάβαση, λαμβάνουν αναστολείς εφηβείας και σε επόμενο στάδιο ορμόνες. Το αποτέλεσμα είναι ότι συχνά παραλείπουν να αναφερθούν στο γεγονός ότι μόνο ένα υποσύνολο τρανς παιδιών ακολουθούν αυτόν τον δρόμο, και ότι το φυλο-επιβεβαιωτικό μοντέλο παρέχει επίσης υποστήριξη σε άτομα που δεν επαναπροσδιορίζονται, τουλάχιστον όχι κατά την παιδική ηλικία. Έτσι από την ανάλυσή τους προκύπτει ότι όποιο παιδί βρεθεί σε φυλο-επιβεβαιωτική αγωγή θα καταλήξει να επαναπροσδιορίζεται κοινωνικά και σωματικά, πράγμα αναληθές.

 

Συνήθως μιλούν γενικευτικά για διεμφυλικά παιδιά χωρίς να μπαίνουν ποτέ στη διαδικασία να αναλύσουν καλύτερα το εύρος των τρανς ταυτοτήτων και τροχιών, ή το γεγονός ότι ορισμένοι τρανς άνθρωποι επαναπροσδιορίζονται, ενώ άλλοι όχι. Αντ’ αυτού οι συγγραφείς αυτών των κειμένων δημιουργούν μια ψευδή διχοτομία μεταξύ τρανς παιδιών (αυτών που φέρεται ότι εν τέλει θα επαναπροσδιοριστούν) και σις παιδιών (αυτών που απλώς δεν συμμορφώνονται με το φύλο τους). Και είναι για αυτά τα τελευταία που αρθρώνεται ο φόβος ότι παραπλανούνται προς την επιλογή της φυλο-μετάβασης. Μια τέτοια λογική όμως αγνοεί όσα είπαμε στο βήμα 4, ότι δηλαδή το τρανς και το σις δεν αποτελούν αμετάβλητες, ουσιοκρατικές κατηγορίες. Και το σημαντικότερο: μια τέτοια πλαισίωση του ζητήματος προάγει το σχήμα «σις άνθρωποι που μετατρέπονται σε τρανς», το οποίο, όπως είδαμε, ευνοεί, ενάντια στα τρανς άτομα, τα σις σώματα, τις σις ζωές και τις σις ανησυχίες.

Όταν (και αν) δίνεται φωνή στους άμεσα ενδιαφερόμενους στο πλαίσιο αυτών των άρθρων, πρόκειται συνήθως για εκείνους που έχουν μετανιώσει για την απόφασή τους να επαναπροσδιοριστούν, ή για ενήλικα άτομα με μη-συμβατική έκφραση ταυτότητας φύλου, τα οποία χαίρονται που δεν επαναπροσδιορίστηκαν (όπως η Debra Soh, και ο/η “Jess” στο άρθρο της Dreger), όπως επίσης και γονείς που είναι ευχαριστημένοι με τα αποτελέσματα της φυλο-διορθωτικής θεραπείας στο παιδί τους (όπως στο άρθρο του Singal). Άτομα που επαναπροσδιορίστηκαν νωρίς στη ζωή τους και είναι ευτυχισμένα με την απόφασή τους, ενήλικες τρανσέξουαλ που εύχονται να είχαν την ευκαιρία να το κάνουν νωρίτερα και άνθρωποι που ένιωσαν στιγματισμένοι ή τραυματισμένοι από την φυλο-διορθωτική θεραπεία –άνθρωποι που οπωσδήποτε υπάρχουν!- δεν ακούγονται ποτέ σε αυτού του είδους τα κείμενα. Η Casey Plett γράφει επ’ αυτού εδώ).

 

Το θέμα των κειμένων υπό εξέταση συχνά είναι ότι «κάτι πρέπει να γίνει για να σταματήσουμε την μετατροπή των σις παιδιών σε τρανς» και η λύση που συνήθως υπονοείται είναι να περιοριστούν ή να τερματιστούν οι όποιες διαδικασίες μετάβασης στην παιδική ηλικία. Επιπλέον, σε αυτά τα κείμενα δεν υπάρχει απολύτως καμία μέριμνα για το πώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επηρεάσει τα τρανς παιδιά που μπορούν να ωφεληθούν από τη μετάβαση. Για την ακρίβεια, τέτοιου είδους παραλείψεις οδηγούν σε εξόφθαλμη υποκρισία. Για παράδειγμα, οι συγγραφείς συχνά εγείρουν φόβους ότι ορισμένα παιδιά (αυτά που στο μυαλό των γραφόντων είναι «στην πραγματικότητα σις») θα κατευθυνθούν προς την «λάθος» εφηβεία και ως εκ τούτου μπορεί να χρειαστεί να υποβληθούν σε δαπανηρές ιατρικές διαδικασίες για να διορθώσουν αυτές τις «λάθος» αλλαγές. Όμως ακριβώς αυτό πρόκειται να αντιμετωπίσει ένα τρανς παιδί αν δεν του δοθεί η επιλογή να αρχίσει τη μετάβαση πριν την ενηλικίωση. Αν το πρώτο παράδειγμα σας κάνει να ανησυχείτε ενώ το δεύτερο όχι, τότε αυτό είναι ένα ξεκάθαρο δείγμα ότι θεωρείτε αξιοβίωτα τα σις σώματα και τις σις ζωές, σε αντίθεση τα τρανς σώματα και τις τρανς ζωές. Σε παρόμοια συμφραζόμενα, αυτά τα άρθρα εγείρουν φόβους για τα παιδιά που λαμβάνουν αναστολείς εφηβείας και ορμόνες και αμφισβητούν το κατά πόσο κάποιος τόσο νέος είναι σε θέση να πάρει μια τόσο σοβαρή και πιθανώς μη αναστρέψιμη απόφαση για το ίδιο του το σώμα. Ας σκεφτούμε όμως ένα σις κορίτσι που ήταν πάντα ευτυχισμένο με το φύλο του. Και ξαφνικά στην ηλικία των 9 ή 10 ετών (καθώς μπαίνει στην εφηβεία), το σώμα της εμφανίζει στοιχεία αρρενοποίησης και οι γιατροί επιβεβαιώνουν ότι αυτό οφείλεται στο ότι το σώμα της παράγει τεστοστερόνη (παρεμπιπτόντως αυτό δεν είναι μια υποθετική συνθήκη, αλλά μια εξαιρετικά πραγματική κατάσταση για ορισμένα ίντερσεξ παιδιά). Αν αυτό το παιδί ήταν τρομοκρατημένο γι’ αυτές τις ανεπιθύμητες αλλαγές και ζητούσε ορμονική παρέμβαση (η οποία σύμφωνα με το γιατρό θα ήταν ασφαλής και αποτελεσματική), θα σεβόμασταν την απόφασή της και θα της επιτρέπαμε να την προχωρήσει; Ή θα απορρίπταμε τις επιθυμίες της στη βάση της έλλειψης ωριμότητας και θα επιμέναμε ότι απλώς θα πρέπει να διαχειριστεί τα αποτελέσματα της τεστοστερόνης μέχρι να ενηλικιωθεί και ως εκ τούτου να καταστεί ικανή να πάρει μια σοβαρή απόφαση; Όπως και με το προηγούμενο παράδειγμα, αν αυτό το σενάριο σας αφορά ενώ η ιδέα ενός τρανς παιδιού που αναγκάζεται να περάσει ανεπιθύμητες σωματικές αλλαγές στην εφηβεία δεν σας αφορά, τότε θεωρείτε ότι οι σις ζωές αξίζουν περισσότερο από τις τρανς. Βάζοντας στην άκρη τις ορμόνες, μερικές φορές οι συγγραφείς αυτοί εκφράζουν φόβους σχετικά με απολύτως αναστρέψιμα βήματα της φυλο-επιβεβαιωτικής προσέγγισης, όπως ο κοινωνικός επαναπροσδιορισμός. Για παράδειγμα ο Singal προκρίνει την ιδέα ότι η κοινωνική μετάβαση μπορεί να ασκεί πίεση στο παιδί ώστε να παραμείνει στην ταυτότητα που επέλεξε ακόμα κι αν δεν το επιθυμεί, για να ηρεμήσει τους γονείς του (οι οποίοι σύμφωνα με αυτό το σενάριο, έχουν επενδύσει με κάποιο τρόπο στην τρανς ταυτότητα του παιδιού τους) –δείτε την κατεύθυνση που δίνει η Parker Molloy σχετικά με αυτόν τον ισχυρισμό. Δεν μπορώ να αποκλείσω πλήρως την πιθανότητα να υπάρχει αυτή η πίεση σε κάποιο βαθμό. Ωστόσο, η εστίαση σε αυτή την πιθανή πίεση γίνεται σε βάρος της ανάδειξης μιας πολύ μεγαλύτερης κοινωνικής πίεσης που σπρώχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση: της τρανσφοβίας. Πού είναι το ενδιαφέρον για τα παιδία τα οποία ενώ έχουν επαναπροσδιοριστεί κοινωνικά, συχνά βιώνουν τεράστια τρανσφοβική πίεση για να επιστρέψουν στο φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση; Και τι γίνεται με την τρανσφοβική πίεση που σίγουρα αποτρέπει πολλά τρανς παιδιά από το να εκφράσουν την ταυτότητα και τις επιθυμίες τους εξαρχής; Στην πραγματικότητα, οι «καχύποπτοι» συγγραφείς αυτών των άρθρων δεν λαμβάνουν ποτέ υπόψη τους την τρανσφοβία σε κανένα σημείο των αναλύσεών τους.

 

Το γεγονός ότι η τρανσφοβία δεν λαμβάνεται ποτέ υπόψιν από αυτούς τους συγγραφείς εξηγεί το γιατί είναι σε θέση να υποβαθμίζουν την σημασία της ανήθικης και δυνάμει τραυματικής φύσης των φυλο-διορθωτικών θεραπειών. Ούτε η Dreger, ούτε ο Singal κάνουν κάποια αναφορά στην τοποθέτηση του WPATH ενάντια σε αυτές τις μεθόδους, παρότι πρόκειται για τον μεγαλύτερο και παλαιότερο οργανισμό για την υγεία των τρανς. Η Dreger έγραψε ένα ολόκληρο άρθρο σχετικά με το γιατί οι φυλο-διορθωτικές θεραπείες δεν πρέπει να απαγορευτούν χωρίς ποτέ να περιγράψει τι περιλαμβάνουν, ή να θίξει τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχουν. Ο Singal μιλά γι’ αυτές τις μεθόδους, και αναρωτιέται γιατί γίνεται τόσος σαματάς, δίνοντας την εντύπωση ότι πρόκειται απλώς για μια σπρωξιά προς τη σωστή κατεύθυνση, όπως όταν αναγκάζουμε τα παιδιά να φάνε τα λαχανικά τους. Στην πραγματικότητα, στις φυλο-διορθωτικές θεραπείες αυτό που γίνεται είναι ότι παίρνουμε παιδιά που ήδη υποφέρουν από την καταστατική τρανσφοβία, τα βάζουμε κάτω από το κλινικό μικροσκόπιο και τα υποβάλλουμε σε μια ακόμα εντονότερη και πιο στοχευμένη μορφή τρανσφοβίας.

 

Αυτοί είναι μερικοί από τους τρόπους με τους οποίους η αντι-τρανς μεροληψία εκδηλώνεται στα άρθρα γνώμης που διέπονται από καχυποψία απέναντι στους τρανς ανθρώπους. Οι αναγνώστες που είναι ανενημέρωτοι και δεν έχουν εισαχθεί στα βήματα 1-7 του παρόντος οδηγού, και οι οποίοι λόγω της συστημικής τρανσφοβίας είναι ήδη πρόθυμοι να δουν τους τρανς ως ένα κακό αποτέλεσμα και τα καλώς προσαρμοσμένα τρανς παιδιά ως ένα οξύμωρο σχήμα, δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό να δουν κάτι πέρα από το καθεστώς «αλήθειας» που κατασκευάζεται με τα επιχειρήματα αυτών των άρθρων.

 

9. Γιατί να έχει σημασία το «80% αναίρεση»;

Σκεφτόμουν να γράψω αυτό το δοκίμιο εδώ και καιρό. Όμως το άρθρο που τελικά με κινητοποίησε να το κάνω είναι το πιο πρόσφατο άρθρο του Singal με τίτλο: «τι λείπει από τη συζήτηση σχετικά με τα τρανς παιδιά». Σε αυτό προσπαθεί να υπερασπιστεί το εν λόγω στατιστικό εύρημα, το 80% της αναίρεσης φυλομετάβασης. Υποστηρίζει δηλαδή ότι το 80 τοις εκατό των παιδιών που βιώνουν δυσφορία φύλου (ή «διαταραχή ταυτότητας φύλου», όπως λεγόταν σε προγενέστερες εκδόσεις του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας) εν τέλει καταλήγουν να νιώθουν άνετα στην ενήλικη ζωή τους με το αποδοθέν κατά τη γέννηση φύλο (συχνά αυτοπροσδιοριζόμενοι ως λεσβίες, ομοφυλόφιλοι, ή αμφισεξουαλικοί). Υπάρχουν αρκετοί λόγοι να είναι κανείς επιφυλακτικός σχετικά με το πώς προκύπτει αυτό το νούμερο, όπως έχουν δείξει στα κείμενα τους οι Brynn Tannehill, Kelley Winters, και Kristina Olson και Lily Durwood.

 

Επιπλέον πιστεύω ότι η δημοφιλής ερμηνεία αυτού του 80%, ότι δηλαδή σε αυτά τα παιδιά η δυσφορία φύλου απλώς λύνεται από μόνη της- είναι μάλλον αφελής και αμφισβητείται αποτελεσματικά από τις εμπειρίες ζωής πολλών τρανς ανθρώπων. Εγώ για παράδειγμα βίωσα έντονη δυσφορία φύλου ως παιδί. Ωστόσο, ζώντας σ’ έναν τρανσφοβικό κόσμο με πλήρη απουσία φυλο-επιβεβαιωτικών επιλογών, έμαθα να καταπιέζω αυτά τα συναισθήματα ώστε να επιβιώσω. Αν κάποιος ερευνητής έκανε μια συμπληρωματική εξέταση σε μένα όταν έγινα 18 ή 21 ετών, το πιθανότερο είναι ότι θα περιέγραφα τον εαυτό μου ως έναν ευτυχισμένο σις άνδρα (με εξαίρεση ότι τότε κανείς δεν χρησιμοποιούσε τον όρο σις). Μα η καταπίεση δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα, και τελικά χρειάστηκε να αντιμετωπίσω τη δυσφορία μου. Επαναπροσδιορίστηκα λίγο μετά τα τριάντα. Άλλοι το κάνουν στα 40, στα 50 ή και αργότερα. Ως εκ τούτου δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ότι τουλάχιστον ορισμένες από τις περιπτώσεις της «επιλυμένης δυσφορίας φύλου» πιθανότατα είναι «καταπιεσμένη/εσωτερικευμένη δυσφορία φύλου» ως αποτέλεσμα της καταστατικής τρανσφοβίας –ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι πολλοί από τους συμμετέχοντες σε αυτές τις έρευνες έχουν υποβληθεί σε φυλο-διορθωτικές θεραπείες.

 

Ανήκω κι εγώ στην επιστημονική κοινότητα. Οπότε καταλαβαίνω γιατί ο Singal μπορεί να θέλει να υποστηρίξει το «80%» ως ένα επιστημονικά εξαγόμενο εύρημα. Όταν όμως αναφερόμαστε σε περιθωριοποιημένους πληθυσμούς, οφείλουμε να θέτουμε ορισμένα ερωτήματα όπως ποιος παράγει τις στατιστικές πληροφορίες και πώς αυτές εν συνεχεία νοηματοδοτούνται και χρησιμοποιούνται στον δημόσιο λόγο. Μπορώ να σας παραπέμψω εύκολα σε στατιστικές που δείχνουν ότι οι μαύροι πληθυσμοί έχουν χαμηλότερες αποδόσεις στα τεστ IQ, ή ότι οι γυναίκες είναι λιγότερο ικανές από τους άνδρες στα μαθηματικά και σε άλλα γνωστικά πεδία, όμως αυτό θα ήταν μια απολύτως ανεύθυνη πράξη από μέρους μου, εκτός αν ήμουν επίσης πρόθυμη να συζητήσω πώς ο ρατσισμός και ο σεξισμός, αντίστοιχα, είναι πιθανό να παίζουν κάποιο ρόλο στη δημιουργία αυτών των διαφορών. Για να μην αναφερθούμε στο ότι ορισμένες δυνάμεις σκοτεινών προθέσεων χρησιμοποιούν αυτές τις στατιστικές για να ισχυροποιήσουν τον καταστατικό ρατσισμό και σεξισμό.

 

Το «80% αναίρεσης» δεν είναι απλώς μια αντικειμενική και εμπειρικά θεμελιωμένη στατιστική. Είναι μια πολιτική θέση. Πρακτικά, κάθε πολιτικός, σχολιαστής, δημοσιογράφος και δημόσιο πρόσωπο που παραπέμπει σ’ αυτό το στοιχείο, το κάνει για να μεταβιβάσει ένα συγκεκριμένο μήνυμα: Οι ανάγκες των πολλών υπερέχουν των αναγκών των λίγων. Πρέπει να περιορίσουμε ή να εγκαταλείψουμε τις φυλο-επιβεβαιωτικές προσεγγίσεις, και ενδεχομένως να επαναφέρουμε τις «φυλο-διορθωτικές» θεραπείες (στο διάολο τα τρανς παιδιά), ώστε να προστατεύσουμε τη σις πλειοψηφία από την απειλή να μετατραπεί κάποιο σις άτομο σε τρανς.

 

10. Συμπερασματικά

Είμαι υπέρ της φυλο-επιβεβαιωτικής προσέγγισης. Όχι όμως επειδή πιστεύω πώς κάθε παιδί με μη-συμβατική ή διερευνητική έκφραση ταυτότητας φύλου είναι ένα εκκολαπτόμενο τρανσέξουαλ άτομο σαν εμένα –σίγουρα δεν πιστεύω κάτι τέτοιο. Είμαι υπέρ της φυλο-επιβεβαιωτικής προσέγγισης διότι πρώτον επιτρέπει στα παιδιά να εξερευνήσουν το φύλο τους χωρίς την μόνιμη πίεση και την απειλή της τρανσφοβίας και δεύτερον διότι αντιμετωπίζει το κάθε παιδί ως άτομο, με διαφορετικές επιθυμίες και ανάγκες, το οποίο μπορεί να ακολουθήσει μια πορεία ζωής διαφοροποιημένη, μα και σε σχέση εγγύτητας με τις άλλες.

 

Μπορούμε να συνεχίσουμε τον δημόσιο διάλογο για την αποτελεσματικότητα του επαναπροσδιορισμού φύλου, ή για τις διαφορές μεταξύ της φυλο-διορθωτικής και της φυλο-επιβεβαιωτικής προσέγγισης, και είναι δυνατό η κάθε πλευρά να βρίσκει στατιστικές για να στηρίξει τα επιχειρήματά της. Ωστόσο αυτό που στην πραγματικότητα τροφοδοτεί αυτή τη δημόσια αντιπαράθεση είναι μια διαφορά γνώμης ως προς το τι αποτελεί ένα «καλό αποτέλεσμα». Ακτιβιστές και υποστηρικτές της τρανς κοινότητας, όπως εγώ, γενικά πιστεύουν ότι καλό αποτέλεσμα είναι ένα ευτυχισμένο παιδί, ανεξάρτητα με το αν θα κάνει τη μετάβαση, ή αν θα αυτοπροσδιοριστεί ως ενήλικας με κάποιο σημείο του ΛΟΑΤΚΙ φάσματος. Όσοι εκφράζουν ανταγωνισμό ή καχυποψία ως προς το τρανς (αυτοί που συνεχώς παραπέμπουν στο 80% αναίρεσης φυλομετάβασης) μοιάζει να πιστεύουν ότι καλό αποτέλεσμα είναι ένα σις παιδί, και φαίνεται επίσης να είναι πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν τρανσφοβικά επιχειρήματα και να υποβάλλουν τα τρανς και μη-συμβατικά παιδιά σε ένα είδος κλινικά νομιμοποιημένης τρανσφοβίας, ώστε να επιτύχουν αυτό το αποτέλεσμα.

 

Οι σχολιαστές που πιστεύουν ότι τα «σις παιδιά» αποτελούν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα συχνά επισημαίνουν τις δυσκολίες που σχετίζονται με το να είσαι τρανς. Ως τρανς άτομο (και ευχαριστημένο!) ομολογώ ότι το να είσαι τρανς συχνά είναι δύσκολο. Όμως αυτές οι δυσκολίες δεν σχετίζονται τόσο με τη σωματική μου μετάβαση όπως προτείνουν αυτοί οι σχολιαστές. Πράγματι, έκανα μια χειρουργική επέμβαση πριν χρόνια. Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι κάνουν χειρουργικές επεμβάσεις για ένα σωρό διαφορετικού λόγους, χωρίς να καταστρέφεται η ζωή τους. Α, και χρειάζεται να αλλάζω το έμπλαστρο οιστρογόνων μου κάθε μερικές μέρες. Αυτό μου παίρνει περίπου ένα λεπτό –τίποτα σπουδαίο. Το να είναι κανείς τρανς δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο από μόνο του. Αυτό που κάνει τις ζωές των τρανς ανθρώπων δύσκολες και οδυνηρές είναι η τρανσφοβία. Η συστημική τρανσφοβία, η οποία εκφράζεται και σε προσωπικό και σε θεσμικό επίπεδο. Τέλος.

 

Και αν όντως κάποιος ενδιαφέρεται για τις ζωές των τρανς και των ατόμων με μη συμβατική έκφραση ταυτότητας φύλου, –είτε είναι παιδιά, είτε ενήλικες- τότε προτείνω να σταματήσει να αγωνιά για τους «σις ανθρώπους που μετατρέπονται σε τρανς» και αντ’ αυτού να δουλέψει προς την κατεύθυνση της εξάλειψης της τρανσφοβίας μια για πάντα.

 

Μετάφραση για το T-zine.gr
Ειρήνη Συνοδινού.

© T-zine.gr με πληροφορίες από medium.com (Το πρωτότυπο κείμενο εδώ)

—————

* Η Julia Serano ζει στο Ώκλαντ της Καλιφόρνια. Είναι συγγραφέας, περφόρμερ και ακτιβίστρια. Πλην της πλούσιας συγγραφικής δουλειάς της, άρθρα της Julia Serano υπάρχουν σε ανθολογίες (συμπεριλαμβανομένης της Gender Outlaws: The Next Generation, Word Warriors: 30 Leaders in the Women’s Spoken Word Movement and Yes Means Yes: Visions of Female Sexual Power and A World Without Rape), ακόμη σε φεμινιστικές, κουήρ, ποπ κουλτούρας, και λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες (όπως τα: Bitch, AlterNet.org, Ms. Magazine Blog, Out, Feministing.com, και make/shift), ενώ έχει διδάξει σε θέματα σπουδών φύλου, κουήρ σπουδών, ψυχολογίας και μαθήματα ανθρώπινης σεξουαλικότητας σε κολλέγια στην Βόρειο Αμερική. Επιπροσθέτως στην συγγραφή και ακτιβισμό της σε θέματα φύλου, η Julia έχει PhD στην Βιοχημεία και την Μοριακή Βιοφυσική από το Πανεπιστήμιο της Κολούμπια, και για 17 χρόνια έχει εργαστεί ως ερευνήτρια στα πεδία της γενετικής και της εξελικτικής βιολογίας στο UC Berkeley. Για περισσότερες πληροφορίες για την δουλειά της μπορείτε να δείτε την ιστοσελίδα της: http://www.juliaserano.com

—————