Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: Συμβουλευτική γνωμοδότηση σχετικά με την ταυτότητα φύλου και κατά της διάκρισης στα ομόφυλα ζευγάρια.

Σαν Χοσέ, Κόστα Ρίκα: Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018 | 14:53

Ειρήνη Νίκα | T-zine.gr
Trans News

Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: Συμβουλευτική γνωμοδότηση σχετικά με την ταυτότητα φύλου και κατά της διάκρισης στα ομόφυλα ζευγάρια.

Σαν Χοσέ, Κόστα Ρίκα, 9 Ιανουαρίου του 2018.– Στις 24 Νοεμβρίου του 2017, το Διαμερικανικό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΔΔΑΔ) υιοθέτησε μια συμβουλευτική γνωμοδότηση σχετικά με την ταυτότητα του φύλου και κατά της διάκρισης στα ομόφυλα ζευγάρια, η οποία γνωστοποιήθηκε σήμερα. Τα κείμενα σχετικά με την Συμβουλευτική Γνωμοδότηση καθώς και οι ψήφοι ξεχωριστά των δυο πλευρών, βρίσκονται αναρτημένα εδώ.

Το δικαίωμα στην ταυτότητα του φύλου και η διαδικασία της αλλαγής ονόματος.

Με την απόφασή του, το Διαμερικανικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε την πάγια νομολογία του εννοώντας ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η ταυτότητα του φύλου, προστατεύονται από την Αμερικανική Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Συνεπώς, διώκεται οποιαδήποτε πράξη θίγει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ενός ατόμου. Επιβεβαιώνει επίσης, ότι σε περίπτωση μη ομοφωνίας σε κάποιες χώρες, σχετικά με τον πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων ορισμένων κοινωνικών ομάδων, ή προσώπων που χαρακτηρίζονται με βάση τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου τους, ή τον τρόπο έκφρασής τους (είτε δυνητικά, είτε πραγματικά), δεν μπορεί να θεωρηθεί βάσιμο επιχείρημα για να τους αρνηθούν ή να τους αφαιρεθούν τα δικαιώματά τους ή να διαιωνίσει και να αναπαράγει την ιστορική και διαρθρωτική διάκριση που έχουν υποστεί αυτές οι ομάδες και τα πρόσωπα.

Το Διαμερικανικό Δικαστήριο προσδιόρισε την ταυτότητα του φύλου ως: «Την εσωτερική και ατομική εμπειρία του φύλου, όπως ακριβώς την αισθάνεται το κάθε πρόσωπο, η οποία μπορεί είτε να αντιστοιχείται είτε και όχι με το φύλο που έχει προσδιοριστεί το άτομο τη στιγμή της γέννησής του».

Το δικαίωμα της ταυτότητας του φύλου και της σεξουαλικής ταυτότητας, ταυτίζεται με την έννοια της ελευθερίας όλων των ανθρώπων στον αυτοπροσδιορισμό τους καθώς και να μπορούν να επιλέγουν ελεύθερα τις εναλλακτικές και τις συνθήκες που δίνουν νόημα στην ύπαρξή τους, σύμφωνα με τις δικές τους επιλογές και πεποιθήσεις.

Το ΔΔΑΠ ανέφερε πως: «Η αναγνώριση της ταυτότητας του φύλου από το Κράτος είναι ένα θέμα ζωτικής σημασίας, ώστε να εγγυηθούμε στα τρανς άτομα την πλήρη εξασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους». Αυτό περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την προστασία τους από όλα τα είδη βίας, βασανιστηρίων και κακομεταχειρίσεων καθώς και την εξασφάλιση του δικαιώματος στην υγεία , στην εκπαίδευση, στην εργασία και στη στέγαση, πρόσβαση σε παροχές κοινωνικής ασφάλισης, επομένως και δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και συντροφικότητας.

Με βάση τα παραπάνω, το Διαμερικανικό Δικαστήριο, θέλοντας να απαντήσει στο ερώτημα που είχε υποβληθεί από την Κόστα Ρίκα, θεώρησε ότι η αλλαγή του ονόματος, η προσαρμογή της εμφάνισης και ο σχετικός επανακαθορισμός του φύλου, στα μητρώα και στα έγγραφα ταυτότητας, είναι ένα δικαίωμα που προστατεύεται από την Αμερικανική Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Συνεπώς, τα κράτη υποχρεούνται να συμμορφωθούν με την αναγνώριση, τη ρύθμιση και την θέσπιση των απαραίτητων διαδικασιών που απαιτούνται γι’ αυτόν το σκοπό.

Με τη σειρά του, το Διαμερικανικό Δικαστήριο, καθόρισε τις ελάχιστες προϋποθέσεις τις οποίες θα πρέπει να πληρούν οι συγκεκριμένες εσωτερικές διαδικασίες: θα πρέπει να εστιάσουν στην αντιληπτή ταυτότητα του φύλου, καθώς και να βασιστούν στην ελεύθερη συναίνεση των ατόμων αφού όμως προηγηθεί ενημέρωσή τους.

Επιπλέον, δεν θα πρέπει να απαιτείται η επίδειξη ιατρικών ή ψυχολογικών πιστοποιητικών (τα οποία εντέλει αποδεικνύονται παράλογα και παθολογικά). Θα πρέπει να προστατεύονται τα προσωπικά στοιχεία και να μην αποτυπώνονται οι αλλαγές στην ταυτότητα του φύλου, επίσης να εκδίδονται με ταχύ ρυθμό και να καλύπτεται οικονομικά όσο το δυνατόν περισσότερο, ταυτόχρονα, να μην απαιτείται διαπίστωση τυχόν χειρουργικών επεμβάσεων ή/και ορμονικών θεραπειών. Επιπλέον, το Διαμερικανικό Δικαστήριο συμπέρανε πως οι τυπικές διαδικασίες διοικητικού χαρακτήρα είναι αυτές που ενδείκνυνται για τέτοιες περιπτώσεις. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο επίσης διευκρίνισε πως αυτή η διαδικασία δεν είναι απαραίτητο να ρυθμίζεται από τη νομοθεσία.

Αφετέρου, σχετικά με την ερώτηση της Κόστα Ρίκα, σε σχέση με την διαδικασία αλλαγής του ονόματος (που ορίζει το άρθρο 54 του αστικού κώδικα), το Διαμερικανικό Δικαστήριο εξέτασε το ενδεχόμενο της συμβατότητας της διαδικασίας με αυτήν της Αμερικανικής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τις αλλαγές των στοιχείων στις ταυτότητες σύμφωνα με την ταυτότητα του φύλου των υποψηφίων. Εάν και εφόσον αυτές οι αλλαγές μπορούν να πραγματοποιηθούν, θα ήταν καλύτερο να πραγματοποιηθούν σε δικαστικούς ή διοικητικά ρυθμιζόμενους χώρους, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται ορθώς σε μια τυπική διαδικασία διοικητικού χαρακτήρα και να πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις που αναρτώνται παραπάνω.

Τέλος, το Συνταγματικό Δικαστήριο επεσήμανε επίσης ότι το κράτος της Κόστα Ρίκα, έχοντας ως στόχο να εξασφαλίσει την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ενδέχεται να χορηγήσει έναν κανονισμό, σύμφωνα με τον οποίο θα ενσωματωθούν όλα τα παραπάνω πρότυπα.

Διεθνής προστασία για όλα τα ομόφυλα ζευγάρια

Το Διαμερικανικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η Αμερικάνικη Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν καλύπτει κάποιο συγκεκριμένο οικογενειακό μοντέλο. Εξαιτίας του ίδιου του ορισμού της λέξης της οικογένειας, που δεν είναι αποκλειστικά συνδεδεμένη με την περίπτωση ενός ομόφυλου ζευγαριού, το ΔΔΑΠ θεώρησε ότι οι οικογενειακοί δεσμοί που μπορούν να απορρέουν από τη σχέση ενός ομόφυλου ζευγαριού, είναι προστατευμένοι από την Αμερικανική Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Συνεπώς, έκρινε ότι όλα τα περιουσιακά δικαιώματα που απορρέουν από τους οικογενειακούς δεσμούς ενός ομόφυλου ζευγαριού θα πρέπει να προστατεύονται, χωρίς καμία διάκριση όσον αφορά τα ζευγάρια μεταξύ ετερόφυλων ατόμων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή η διεθνής υποχρέωση των κρατών, ξεπερνά το θέμα των περιουσιακών ζητημάτων και αντικατοπτρίζεται σε όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα (τα οποία είναι ήδη αναγνωρισμένα σε ετερόφυλα ζευγάρια), τόσο διεθνώς όσο και στη διεθνή νομοθεσία κάθε κράτους.

Στο πλαίσιο αυτό, το ΔΔΑΠ υποστήριξε ότι για να εξασφαλιστούν τα δικαιώματα των ομόφυλων ζευγαριών δεν είναι απαραίτητη η δημιουργία νέων νομικών μορφών και ως εκ τούτου επέλεξε να επεκτείνει τα ήδη υπάρχοντα για ομόφυλα ζευγάρια και να τα ωθήσει να συμμορφωθούν σύμφωνα με την αρχή ad hominem (συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος στον γάμο). Το Δικαστήριο θεώρησε ότι είναι το μέσο με το οποίο εξασφαλιστούν πιο εύκολα τα δικαιώματα που απορρέουν από τους δεσμούς των ομόφυλων ζευγαριών.

Επίσης, κατά την κρίση του ΔΔΑΠ: «Η δημιουργία ενός θεσμού που θα επιφέρει τα ίδια αποτελέσματα και θα παρέχει τα ίδια δικαιώματα με την πράξη ενός γάμου, αλλά που δε θα φέρει την ίδια ονομασία, δεν έχει ιδιαίτερο νόημα, εκτός του να δηλώσει έναν διακριτικό τίτλο με κοινωνική σημασία για τα ομόφυλα ζευγάρια. Αυτός ο τίτλος μπορεί να επιφέρει μια στιγματιστική διαφορά, ή το λιγότερο να λειτουργήσει υποτιμητικά για το άτομο». Με βάση αυτή τη δήλωση, το Διαμερικανικό Δικαστήριο θεώρησε ότι η ύπαρξη δυο ειδών ενώσεων για την νομική εδραίωση ενός ομόφυλου ή ετερόφυλου ζευγαριού, δεν είναι αποδεκτή, λόγω του ότι: «διαμορφώνει μια διάκριση βασισμένη στον σεξουαλικό προσανατολισμό των ατόμων, που θα επέφερε διακρίσεις και ως εκ τούτου θεωρείται παράβαση της Αμερικανικής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.»

Το Διαμερικανικό Δικαστήριο θεώρησε ότι περιστασιακά, η αντιρρήσεις σχετικά με τους γάμους των ομόφυλων ζευγαριών οφείλονται σε θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις. Μολονότι αναγνώρισε τον σπουδαίο ρόλο που παίζουν αυτές οι πεποιθήσεις στη ζωή και στην αξιοπρέπεια των ατόμων που τις εκφράζουν. Εξέτασε επίσης το ενδεχόμενο να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να τεθούν κάποιοι όροι για την διάκριση και τον σεξουαλικό προσανατολισμό σύμφωνα με την Αμερικανική Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Υποστήριξε επίσης ότι σε δημοκρατικές κοινωνίες, θα πρέπει να υπάρχει αμοιβαία ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των θρησκευόμενων και των μη θρησκευόμενων. Ο στόχος των κρατών και του Διαμερικανικού Δικαστηρίου είναι να αναγνωριστεί μια κοινή θέση στην οποία ο καθένας θα μπορεί να έχει μια γνώμη και σε καμία περίπτωση να μην εξαναγκάζει ο ένας τον άλλον να ασπαστούν την αντίθετη γνώμη.

Το ΔΔΑΠ υποστήριξε ότι η αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απορρέει από την πλήρη αυτονομία του ατόμου να επιλέγει με ποιον θέλει να διατηρήσει μόνιμο ή και γαμήλιο δεσμό. Είτε με σύμφωνο συμβίωσης είτε με τα δεσμά του γάμου. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο παρατήρησε ότι αυτή η ελεύθερη και αυτόνομη επιλογή, αποτελεί μέρος της αξιοπρέπειας του κάθε ατόμου και είναι εγγενής στις πτυχές της ταυτότητας του καθώς και στην ίδια του τη ζωή. Πρόσθεσε επίσης ότι εφόσον υπάρχει θέληση για μια σχέση μόνιμου χαρακτήρα καθώς και θέληση για τη δημιουργία μιας οικογένειας, αρχίζει να υπάρχει ένας δεσμός ο οποίος δικαιούται ισότητα στα δικαιώματα και προστασία ανεξαρτήτως φύλου των συμβαλλομένων. Το Δικαστήριο υποστήριξε ότι με τη δήλωση αυτή δεν μειώνει απαραίτητα την αξία του γάμου, αλλά αντιθέτως, θεωρείται σημαντικό για την αναγνώριση της ίσης αξιοπρέπειας σε άτομα που ανήκουν σε μια ανθρώπινη ομάδα η οποία ιστορικά υπήρξε καταπιεσμένη.

Το Διαμερικανικό Δικαστήριο, επιπλέον, υπενθύμισε πως σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, όταν ένα κράτος αποτελεί μέρος μιας διεθνούς συνθήκης, όπως είναι η Αμερικανική Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αυτή η συνθήκη δεσμεύει όλους τους φορείς, καθώς και την δικαστική και τη νομοθετική εξουσία. Γι’ αυτό το λόγο κρίνει αναγκαίο, διάφοροι κρατικοί φορείς να κάνουν τον ανάλογο έλεγχο υπό τα προκαθορισμένα πρότυπα σε αυτήν την Συμβουλευτική Γνωμοδότηση.

Με επιφύλαξη, το Διαμερικανικό Δικαστήριο υποστήριξε ότι πιθανόν κάποια Κράτη πρέπει να ξεπεράσουν μερικές δυσκολίες ώστε να εναρμονίσουν την νομοθεσία τους και να επεκτείνουν το δικαίωμα στον θεσμό του γάμου για τα ομόφυλα ζευγάρια. Τα οποία δικαιώματα όμως, να μπορούν να υποβληθούν σε κάποιες τυπικές διαδικασίες που ενέχουν πολιτικές δυσκολίες και βήματα τα οποία απαιτούν συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Δεδομένου ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις είναι καρπός μιας νομικής, δικαστικής ή νομοθετικής εξέλιξης που θα καλύψει άλλες γεωγραφικές περιοχές της ηπείρου, λαμβάνεται υπόψη σαν προοδευτική ερμηνεία της Συνθήκης Δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο κάλεσε αυτά τα κράτη να προωθήσουν πραγματικά και με καλοπιστία τις απαραίτητες νομοθετικές, διοικητικές και δικαστικές μεταρρυθμίσεις και να προσαρμόσουν τις νομοθεσίες τους.

Ιστορικό

Το Διαμερικανικό Δικαστήριο σαν μέρος του συμβουλευτικού ρόλου του, μπορεί να εξετάσει τις περιπτώσεις των κρατών μελών, ή των φορέων του ΟΑΚ (Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών) που σχετίζονται με την ερμηνεία των κανόνων που εμπεριέχονται στην Αμερικανική Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στις υποχρεώσεις των Κρατών.

Το Αίτημα για Συμβουλευτική Γνωμοδότηση που πρόβαλε η Κόστα Ρίκα στις 18 Μαΐου του 2016, αναζητούσε την ερμηνεία της προστασίας που παρέχει η Αμερικανική Σύμβαση σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αναγνώριση της αλλαγής ονόματος σε συμφωνία με την ταυτότητα του φύλου του κάθε ατόμου. Από την άλλη η Κόστα Ρίκα ζήτησε από το Διαμερικανικό Δικαστήριο να εξηγήσει ποία είναι η προστασία που παρέχει η Αμερικανική Σύμβαση στην αναγνώριση των περιουσιακών δικαιωμάτων που απορρέουν από τον δεσμό ενός ομόφυλου ζευγαριού.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας, η οποία είναι ευρέως συμμετοχής υπήρξαν 91 γραπτές παρατηρήσεις από πλευράς των κρατών, κρατικών οργανισμών, διεθνών και εθνικών οργανώσεων, ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, μη κερδοσκοπικών οργανώσεων και ατομικών οργανώσεων. Μπορείτε να βρείτε τα έγγραφα αναρτημένα εδώ. Με τον ίδιο τρόπο, στις 16 και στις 17 Μαΐου, πραγματοποιήθηκε μια δημόσια ακρόαση στο Σαν Χοσέ της Κόστα Ρίκα, όπου το Διαμερικανικό Δικαστήριο έλαβε τις προφορικές παρατηρήσεις 40 αντιπροσωπειών. Μπορείτε να δείτε το βίντεο της ακρόασης εδώ.

*******

 

 

© T-zine.gr με πληροφορίες από Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων