EE: Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018 | 18:23

Αφροδίτη Παπαγεωργίου | T-zine.gr

LGBTQI News 

Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης: Τα ψυχολογικά τεστ πραγματογνωμοσύνης σε γκέι αιτούντες ασύλου αποτελούν παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή.

Σήμερα 25.1.2018, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάσισε ότι κανένα πρόσωπο που αιτείται διεθνούς προστασίας ασύλου δεν μπορεί να υποβληθεί σε ψυχολογικό τεστ για την «πραγματογνωμοσύνη» του σεξουαλικού προσανατολισμού του.

Συγκεκριμένα, το ΔΕΕ μετά από αίτημα προδικαστικής αποφάσεως που αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 4 της οδηγίας 2011/95/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, «σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας», το οποίο υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του F, Νιγηριανού υπηκόου, και του Bevándorlási és Állampolgársági Hivatal (Γραφείου Μεταναστεύσεως και Ιθαγένειας, Ουγγαρία) σχετικά με την απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αίτηση ασύλου του F και διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει κώλυμα για την επαναπροώθησή του, απεφάνθη ότι η πραγματοποίηση ενός τέτοιου τεστ συνιστά δυσανάλογη επέμβαση στην ιδιωτική ζωή του αιτούντος.

Σχετικά με την υπόθεση: Τον Απρίλιο του 2015 ο F υπέβαλε ενώπιον των ουγγρικών αρχών αίτηση ασύλου.

Προς θεμελίωση της αιτήσεως ασύλου, ο F επικαλέστηκε, από την πρώτη συνέντευξη την οποία διεξήγαγε το Γραφείο, βάσιμο φόβο διώξεως στη χώρα καταγωγής του εξαιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού του.

Όμως, με απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, το Γραφείο απέρριψε την εν λόγω αίτηση. Συναφώς, έκρινε ότι οι δηλώσεις του F δεν εμφάνιζαν θεμελιώδεις αντιφάσεις. Διαπίστωσε όμως την αναξιοπιστία του στηριζόμενο σε πραγματογνωμοσύνη διενεργηθείσα από ψυχολόγο. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή περιελάμβανε διαγνωστική διερεύνηση, εξέταση της προσωπικότητας και διάφορα τεστ προσωπικότητας, δηλαδή το τεστ της ζωγραφιάς με τον άνθρωπο στη βροχή [Draw-a-Person-in-the-Rain], καθώς και τα τεστ Rorschach και Szondi, και διαπίστωνε ότι δεν ήταν δυνατόν να επιβεβαιωθούν τα όσα δήλωνε ο F σχετικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό του.

Ακολούθως, ο F προσέφυγε κατά της αποφάσεως του Γραφείου ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι τα ψυχολογικά τεστ στα οποία υποβλήθηκε έθιγαν σοβαρά τα θεμελιώδη δικαιώματά του και δεν παρείχαν τη δυνατότητα να εκτιμηθεί η αληθοφάνεια του σεξουαλικού προσανατολισμού του.

Το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν υπέδειξε συγκεκριμένα τους λόγους για τους οποίους τα τεστ αυτά έθιγαν τα κατοχυρούμενα από τον Χάρτη θεμελιώδη δικαιώματα. Διευκρινίζει επίσης ότι ο προσφεύγων δήλωσε ότι δεν υποβλήθηκε σε κλινική εξέταση ούτε εξαναγκάστηκε σε θέαση εικόνων ή βίντεο πορνογραφικού περιεχομένου.

Δυνάμει αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου που διέτασσε τη διεξαγωγή αποδείξεων, το Igazságügyi Szakértői és Kutató Intézet (Ίδρυμα Δικαστικών Πραγματογνωμόνων και Ερευνητών, Ουγγαρία) κατήρτισε πραγματογνωμοσύνη από την οποία προέκυψε ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεως ασύλου δεν θίγουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και είναι ικανές, εκτός από «προσήκουσα διαγνωστική διερεύνηση», να δώσουν μια εικόνα του σεξουαλικού προσανατολισμού ενός προσώπου καθώς και, ενδεχομένως, να προκαλέσουν αμφιβολίες για το βάσιμο των σχετικών δηλώσεων ενός προσώπου. Το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι θεωρεί ότι δεσμεύεται από τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Szegedi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (δικαστήριο διοικητικών και εργατικών διαφορών του Szeged, Ουγγαρία) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο (ΔΕΕ) τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Έχει το άρθρο 4 της οδηγίας 2011/95, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 1 του Χάρτη, την έννοια ότι δεν αντιβαίνουν σε αυτό, σε σχέση με λεσβίες, ομοφυλόφιλους, αμφιφυλόφιλους, διεμφυλικούς και ίντερσεξ αιτούντες άσυλο, η διενέργεια και η συνεκτίμηση πραγματογνωμοσύνης δικαστικού ψυχολόγου βασισμένης σε προβολικά τεστ προσωπικότητας, όταν, στο πλαίσιο της πραγματογνωμοσύνης αυτής, δεν υποβάλλονται ερωτήσεις σχετικά με τη σεξουαλική ζωή του αιτούντος άσυλο ούτε ο αιτών άσυλο υποβάλλεται σε κλινική εξέταση;

2) Εάν η πραγματογνωμοσύνη για την οποία γίνεται λόγος στο πρώτο ερώτημα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη, έχει το άρθρο 4 της οδηγίας 2011/95, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 1 του Χάρτη, την έννοια ότι, όταν η αίτηση ασύλου βασίζεται σε δίωξη λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, οι εθνικές διοικητικές αρχές και τα δικαστήρια δεν έχουν καμία δυνατότητα να εξετάσουν, μέσω μεθόδων πραγματογνωμοσύνης, την αλήθεια των όσων υποστηρίζει ο αιτών άσυλο, ανεξαρτήτως των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών των εν λόγω μεθόδων;»

Αξίζει να σημειωθεί ότι τον Δεκέμβριο του 2014, το ΔΕΕ αποφάνθηκε σε παρόμοια υπόθεση στην Ολλανδία, κρίνοντας ότι τα τεστ για την εξακρίβωση του σεξουαλικού προσανατολισμού παραβίαζαν τα ανθρώπινα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο, ενώ σημαντική είναι η αναφορά σε σχετικό άρθρο των Αρχών της Yogyakarta: «Προς εκτίμηση της βαρύτητας της επεμβάσεως την οποία συνεπάγονται η διενέργεια και η χρήση ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η αρχή 18 των αρχών της Yogyakarta για την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου όσον αφορά τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου, στην οποία αναφέρθηκαν η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, και η οποία διευκρινίζει μεταξύ άλλων ότι κανένα πρόσωπο δεν θα εξαναγκασθεί να υποβληθεί σε οποιουδήποτε είδους ψυχολογική ανάλυση λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου» (σημείο 62).

Όπως ακόμη αναφέρεται (σημείο 68): «Αφετέρου, από το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας 2011/95 προκύπτει ότι, οσάκις τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την αρχή σύμφωνα με την οποία εναπόκειται στον αιτούντα να τεκμηριώσει την αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, οι δηλώσεις του αιτούντος σχετικά με τον γενετήσιο προσανατολισμό του οι οποίες δεν τεκμηριώνονται με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις δεν χρειάζονται επιβεβαίωση όταν πληρούνται οι διαλαμβανόμενοι στη διάταξη αυτή όροι, λαμβανομένου υπόψη ότι οι όροι αυτοί αφορούν ιδίως τον συνεπή και ευλογοφανή χαρακτήρα των δηλώσεων αυτών και ουδόλως αναφέρονται στη διενέργεια ή στη χρήση πραγματογνωμοσύνης».

Ειδικότερα, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο η πραγματοποίηση μιας τέτοιας πραγματογνωμοσύνης «ισοδυναμεί με δυσανάλογη επέμβαση στην ιδιωτική ζωή του αιτούντος ασύλου», καθώς και ότι μια τέτοια επέμβαση είναι «ιδιαιτέρως σοβαρή, δεδομένου ότι προορίζεται να παράσχει μία εικόνα για τις πιο προσωπικές πτυχές της ζωής του αιτούντος».

Στην απόφαση σημειώνεται ακόμη ότι η αξιοπιστία αυτών των αξιολογήσεων αμφισβητείται και τόνισαν πως οι αρχές και τα δικαστήρια «δεν μπορούν να βασίζουν την απόφασή τους αποκλειστικά στα συμπεράσματα μιας έκθεσης εμπειρογνωμόνων και δεν πρέπει να δεσμεύονται από αυτά».

Μπορείτε να διαβάσετε την απόφαση εδώ.

 

© T-zine.gr