Ελλάδα: Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019 | 15:28


Γράφει ο Βασίλης Κερασιώτης ΆρθροT-zine.gr

 

Με αφορμή, την απόφαση της νέας Κυβέρνησης για την υπαγωγή της μεταναστευτικής πολιτικής και των πολιτικών ασύλου στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αλλά και απόψεων που διατυπώθηκαν από τον Μάκη Βορίδη περί σκέψεων κατάργησης του ανασταλτικού στον δεύτερο βαθμό για συντόμευση των διαδικασιών, δημοσιεύουμε σχολιασμό του δικηγόρου Βασίλη Κερασιώτη.

Επιστροφή στο 2009;

Επιστροφή στο 2009;

Σχόλιό μου στη “Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου” του 2013 που καθίσταται εκ νέου επίκαιρο… Με τη διαφορά ότι σήμερα ισχύουν επιπλέον οι εγγυήσεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ που ορίζουν ρητά τόσο το ανασταλτικό αποτέλεσμα του δεύτερου βαθμού στη διαδικασία ασύλου, όσο και την εξέταση της προσφυγής νόμω και ουσία.

“Mε τις Αποφάσεις 212/2013 και 981/2013 του ΣτΕ κρίθηκε η συνταγματικότητα και η συμφωνία με τις Οδηγίες της ΕΕ που εγκαθιδρύουν το «Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου» του ΠΔ 81/2009, το οποίο ίσχυσε στην ελληνική έννομη τάξη για περίπου 1,5 χρόνο, ως την αντικατάστασή του από το ΠΔ 114/2010 “Καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα ή του δικαιούχου επικουρικής προστασίας, σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς (Οδηγία 2005/85/ΕΚ)”. Υπενθυμίζεται ότι το ΠΔ 81/2009 είχε δεχθεί κριτική όσον αφορά τη συμφωνία του με τη διεθνή και ευρωπαϊκή νομοθεσία και συντέλεσε, κατά την περίοδο της εφαρμογής του, στο να καταστεί η Ελλάδα ουραγός σε πανευρωπαϊκό επίπεδο όσον αφορά στα ποσοστά χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Οι πιο ουσιώδεις αλλαγές που είχε επιφέρει το ΠΔ 81/2009 ήταν οι εξής: (α) ορίζονται ως «αποφαινόμενες αρχές» επί των αιτημάτων ασύλου τα αστυνομικά όργανα (Διευθυντές Διευθύνσεων Αλλοδαπών και Διευθυντές Αστυνομικών Διευθύνσεων, κατά περίπτωση), τα οποία ήταν, κατά την κοινή νομοθεσία περί αλλοδαπών (ν. 3386/2005), αρμόδια για την έκδοση των πράξεων απελάσεως και (β) καταργείται η προβλεπομένη από το άρθρο 25 του π.δ/τος 90/2008 ενδικοφανής προσφυγή κατά των πράξεων απορρίψεως των αιτημάτων ασύλου, χωρίς παράλληλα να προβλέπεται, άλλη διαδικασία «αποτελεσματικής προσφυγής» για την επανεξέταση των αιτημάτων.

Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που δημοσιεύονται εν έτει 2013 επαναφέρουν ζητήματα που εν πολλοίς έχουν επιλυθεί, μετά από δύο περίπου χρόνια, κατά γενική ομολογία, επιτυχημένης λειτουργίας των δευτεροβάθμιων επιτροπών προσφυγών και επαναφοράς του δεύτερου βαθμού στη διοικητική διαδικασία εξέτασης αιτημάτων ασύλου κατά την μεταβατική περίοδο ως την έναρξη λειτουργίας της νέας Υπηρεσίας Ασύλου, που θα αποτελεί και τη νέα Αποφαινόμενη Αρχή.

Σύμφωνα με την απόφαση 212/2013, που είναι και η μόνη που έκρινε τα ζητήματα επί της ουσίας, καθώς η 981/2013 έκρινε, με εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μειοψηφία μόνο το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος των αιτούντων, η απουσία δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας σε αρνητικές διοικητικές πράξεις περί χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και η διατήρηση μόνο της τελικής ακυρωτικής αρμοδιότητας του ΣτΕ, συνιστά “αποτελεσματική προσφυγή”.

Η εν λόγω θέση του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου, φαίνεται να παραγνωρίζει την ιδιαίτερη φύση της διαδικασίας υπαγωγής αλλοδαπού στο καθεστώτος του πρόσφυγα. Η αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα σε αλλοδαπό αιτούντα άσυλο είναι διαπιστωτική και όχι δημιουργική διοικητική πράξη. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 28 του «Εγχειριδίου για τα Κριτήρια και τις Διαδικασίες Καθορισμού του Καθεστώτος του Πρόσφυγα» της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, «Ένα πρόσωπο είναι πρόσφυγας σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 από τη στιγμή που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του σχετικού ορισμού. Συνεπώς η σχετική αναγνώριση έχει δηλωτικό και όχι δημιουργικό χαρακτήρα. Δεν γίνεται δηλαδή κανείς πρόσφυγας εξαιτίας της αναγνώρισης αλλά αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας επειδή είναι.

Το άσυλο αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα και συνάμα πολιτιστική “κατάκτηση”, που κατοχυρώνεται από διεθνή νομικά κείμενα όπως η Σύμβαση της Γενεύης, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και στη νομοθεσία όλων ανεξαιρέτως των κρατών μελών· Ακρογωνιαίος λίθος του συστήματος ασύλου είναι η αρχή της μη-επαναπροώθησης (non-refoulement) που εξαγγέλλεται στην παρ. 1 του άρθρου 33 της Σύμβαση ς της Γενεύης, εξαγγέλλεται η αρχή της μη επαναπροώθησης (non-refoulement): καμία χώρα δεν επιτρέπεται να απελαύνει ή να επαναπροωθεί πρόσφυγες σε εδάφη όπου η ζωή ή ελευθερία τους κινδυνεύουν εξαιτίας φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων. Το δικαίωμα στην προστασία σε περίπτωση απέλασης, απομάκρυνσης ή έκδοσης, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτης κρίσης αναδεικνύονται συναφώς σε δικαιώματα που συμπληρώνουν το δικαίωμα ασύλου.

Η επίμαχη απόφαση του ΣτΕ εστιάζει στην έκταση του ακυρωτικού ελέγχου που πραγματοποιεί το δικαστήριο στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι το ένδικο μέσο της αιτήσεως ακυρώσεως (α) δεν έχει ανασταλτική ισχύ εφόσον θα πρέπει ο αιτών να ενεργοποιήσει και το σύστημα προσωρινής δικαστικής προστασίας με την άσκηση και αιτήσεως αναστολής (β) δύναται μεν να ακυρώσει την προσβαλλόμενη πράξη, ωστόσο δε χορηγεί καθεστώς αλλά αναπέμπει την πράξη στη διοίκηση για νέα κρίση.

Συνεπώς ο απορριφθείς αιτών άσυλο που ασκεί, υπό το κράτος του ΠΔ 81/2009 αίτηση ακύρωσης, δεν προστατεύεται αυτόματα από την επαναπροώθηση αλλά θα πρέπει να ασκήσει, ως μη όφειλε, σύμφωνα με την οδηγία των διαδικασιών ασύλου 2005/85/ΕΚ που αναφέρεται σε μία προσφυγή και δεύτερο ένδικο βοήθημα (αίτησης αναστολής).

Στην πράξη βέβαια ούτε αυτό είναι δυνατό να τον προστατεύσει αποτελεσματικά καθώς θα πρέπει να ζητήσει και προσωρινή διαταγής αναστολής, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί “effective remedy”, καθώς πρόκειται για οιονεί δικαιοδοτική απόφαση του Προέδρου του τμήματος, που απλώς χορηγείται ή όχι, άνευ ειδικότερης αιτιολογίας.

Το ζήτημα, λοιπόν, της αίτησης ακύρωσης ως αποτελεσματικής προσφυγής δεύτερου βαθμού, σύμφωνα με το αρ. 39 της κοινοτικής οδηγίας, κατά το στάδιο άσκησης του ενδίκου μέσου, αποκλείεται και το ζήτημα της εκτάσεως του ακυρωτικού ελέγχου καθώς και κατά πόσο αυτός είναι αποτελεσματικός, στο οποίο επικεντρώνεται η απόφαση του ΣτΕ, ανακύπτει το πρώτον στο στάδιο της πραγματικής εκδίκασης της αιτήσεως ακυρώσεως που συνήθως λαμβάνει χώρα σε αρκετά μακρινό χρονικό διάστημα από τη στιγμή που ο αιτών άσυλο άσκησε την “αποτελεσματική προσφυγή” της αιτήσεως ακυρώσεως.

Συνεπώς ο απορριφθείς σε πρώτο βαθμό αιτών άσυλο ασκεί ένα ένδικο μέσο που ενδεχομένως να προστατέψει τα δικαιώματά του παρά μόνο χρόνια μετά κατά τη διάρκεια της εκδίκασης, γεγονός που κατ’ αρχήν δε βρίσκει έρεισμα στο αρ. 13 της ΕΣΔΑ, το οποίο επικαλείται η απόφαση και αναφέρεται σε απόλαυση πραγματικών και όχι απατηλών δικαιωμάτων.

Η απαγόρευση της επαναπροώθησης, ωστόσο, επιβάλλεται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ασύλου (πρώτος και δεύτερος βαθμός). To άρθρο 33 της Σύμβασης (απαγόρευση της επαναπροώθησης) που αποτελεί ius cogens του διεθνούς δικαίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 32 της Σύμβασης που αναφέρεται σε «νομίμως διαμένοντα πρόσφυγα» δε συνάδουν με την νομική ιδιότητα του «αλλοδαπού χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα», ανά πάσα στιγμή υπό τον κίνδυνο της απέλασης, που επιφυλάσσει το ΠΔ 81/2009 στον απορριφθέντα αιτούντα άσυλο που θα ασκήσει αίτηση ακύρωσης.

Υπό αυτή την εκδοχή, ενδεχόμενη σύλληψη και κράτησή του δε δύναται εκ των προτέρων να αποκλειστεί, ωστόσο, στο μέτρο που δημιουργούνται τετελεσμένες πραγματικές καταστάσεις (απέλαση, εγγραφή ΕΚΑΝΑ), μεταβάλλουν την υφιστάμενη πραγματική και νομική κατάσταση επί τα χείρω και πρόκειται να αποστερήσουν το έννομο συμφέρον και να καταστήσουν την αίτηση ακύρωσης άνευ αντικειμένου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, παραβιάζονται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, το δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης (αρ. 6 παρ.1 ΕΣΔΑ), η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, αλλά και η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, καθώς τίθεται εκποδών η δικαιοδοσία του ΣτΕ να ακυρώσει την προσβαλλόμενη ατομική διοικητική πράξη.

Σε κάθε περίπτωση, ενόψει της φύσεως της διοικητικής πράξης απόρριψης του αιτήματος ασύλου ως διαπιστωτικής, ακόμη και η δεκτή αίτηση ακυρώσεως αδυνατεί να παράσχει την αιτούμενη έννομη προστασία, καθώς δε χορηγεί καθεστώς στον αιτούντα. Με άλλα λόγια, το δικαίωμα της αποτελεσματικής προσφυγής δεν εξαρτάται τόσο από το διοικητικό ή δικαστικό όργανο εξέτασης δευτέρου βαθμού , όπως αναφέρεται στην αρχική «πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] Οδηγίας 2005/85/ΕΚ , αλλά από το εύρος του ελέγχου και του ανασταλτικού αποτελέσματος της προσφυγής. Αποτελεσματική προσφυγή σε δεύτερο βαθμό σύμφωνα με το αρ. 39 της Οδηγίας σε συνδυασμό με το άρ. 13 της ΕΣΔΑ είναι εκείνη η οποία προστατεύει τον προσφεύγοντα από την επαναπροώθηση και ταυτόχρονα δύναται, όταν συζητηθεί, να ανατρέψει την απόφαση του πρώτου βαθμού και να δώσει καθεστώς. Υπό το κράτος της Οδηγίας 2005/85/ΕΚ τα κράτη μέλη έχουν υποχρέωση να θέσουν ελάχιστες προδιαγραφές δύο αποτελεσματικών βαθμών δικαιοδοσίας και ευχέρεια να ορίσουν αν τα όργανα εξέτασης θα είναι δικαστικά ή διοικητικά.

Εξ άλλου, σύμφωνα με την εικοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας, «το κατά πόσον η προσφυγή είναι αποτελεσματική, μεταξύ άλλων όσον αφορά την εξέταση των σχετικών γεγονότων, εξαρτάται από το διοικητικό και δικαστικό μηχανισμό κάθε κράτους μέλους ως σύνολο».

Κατά συνέπεια, ουδεμία νομική σημασία έχει το γεγονός ότι στην τροποποιημένη πρόταση της οδηγίας επεβλήθη η υποχρέωση να εξασφαλίζεται στους αιτούντες άσυλο το δικαίωμα ασκήσεως αποτελεσματικού ενδίκου βοηθήματος, χωρίς να γίνεται αναφορά σε προηγούμενη διοικητική προσφυγή (βλ. «τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα», ΕΕ C 291 της 26.11.2002, αιτιολογική έκθεση, άρθρο 38). ”

 

 

 

 

 

© T-zine.gr 2018 | Για τις τελευταίες LGBTI ειδήσεις να επισκέπτεστε το T-zine.gr καθημερινά. Μπορείτε επίσης να γίνετε μέλος στη σελίδα μας στο Facebook και στο Twitter

 

© T-zine.gr