Ελλάδα: Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2020 | 14:21

Συνέντευξη

στον Κώστα Πάρη

Ιωσήφ Αλυγιζάκης: Η Κρήτη κρύβει την μπίχλα της σαπισμένης μυστικοπάθειας.

Ιωσήφ Αλυγιζάκης

Ήταν Μάιος του 2012 όταν ανακάλυψα τις ”Τρεις λευκές σελίδες” του Ιωσήφ Αλυγιζάκη σε section με lgtbq+ λογοτεχνία γνωστού πολυκαταστήματος ,στο κέντρο της Αθήνας. Λίγα βιβλία έχουν καταφέρει να με κρατήσουν ως το τέλος την ίδια μέρα. Η πλοκή όμως της ιστορίας και η γραφή του Ιωσήφ δεν με άφηναν να κλείσω το βιβλίο.
Έψαξα αμέσως να τον βρω στο Facebook. Ήθελα να του δώσω συγχαρητήρια και να τον ρωτήσω ”Ήταν αληθινή ιστορία;”. Δεν γίνεται αυτό που διάβασα να ήταν μυθοπλασία.Είχε μέσα του τόσο συναίσθημα, οι χαρακτήρες ήταν ”κεντημένοι” με τόση λεπτομέρεια και πίσω από τις λέξεις ήταν κρυμμένες τόση αγάπη και πόνος που ήταν αδύνατον να ήταν αποκύημα της φαντασίας του οποιουδήποτε.

Μπαίνω δυναμικά στη συζήτηση, Ιωσήφ. Βγάζει τελικά χρήματα ένας συγγραφέας gay λογοτεχνίας στην Ελλάδα;

Αν απ’ την κοινότητα του 10% της Αττικής, ας πούμε, που είναι 500,000 κόσμος, υπήρχε πολυπληθές αναγνωστικό κοινό μέρος από το οποίο να ενδιαφερόταν για λοατκι+ λογοτεχνία, τότε θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ο συγγραφέας όντως βγάζει χρήματα απ’ τα βιβλία του. Ξέρουμε όμως πως το αναγνωστικό κοινό στη χώρα μας είναι απίστευτα μικρό σε αναλογία με άλλες χώρες , κι ύστερα από μια δεκαετή οικονομική ύφεση, τώρα επιβαρύνεται δυσβάστακτα με την πανδημία του κορωνοιού. Θα έλεγα λοιπόν ότι η οικονομική απολαβή απ’ τα βιβλία βαίνει προς το ναδίρ. Ακόμα κι αν σήμερα πουληθούν 200 ή 300 αντίτυπα πανελλαδικά, ένας μικρός εκδοτικός θα πρέπει να βγάλει πρώτα τα έξοδά του για την όλη κυκλοφορία του βιβλίου, κάτι που σημαίνει ότι αυτά που απομένουν για τον συγγραφέα είναι στην κυριολεξία ψίχουλα ή στην καλύτερη περίπτωση ένας διψήφιος αριθμός στην εκκαθάριση της χρονιάς. Στην Ελλάδα το μάνατζμεντ, οι ατζέντηδες προώθησης και η φιλοσοφία αγοραστικής κινητικότητας για το δημιούργημα που λέγεται βιβλίο είναι ελλείπείς. Ας κινητοποιούνται λοιπόν αυτοί που πρέπει κι όχι να αναλώνεται ο συγγραφέας με το εμπορικό διαδικαστικό κομμάτι. Αυτά είναι δουλειές άλλων, κάτι που κακώς οι περισσότεροι εκδότες αναμένουν από τους ίδιους τους συγγραφείς.

Αυτό δεν σε έκανε ποτέ να σκεφτείς να αφήσεις αυτή την θεματολογία και να στραφείς σε πιο εμπορικά μονοπάτια, εκμεταλλευόμενος το ταλέντο σου ;

Ένιωθα ότι, επειδή δεν έβρισκα τίποτα να διαβάσω στη μητρική μου γλώσσα, θα πνιγόμουν αν δεν έγραφα ένα ανάγνωσμα στα ελληνικά, όταν ως νεαρός αποφάσισα να καταπιαστώ με το λοατκι+ μυθιστόρημα το 1993. Είχα μπουχτίσει, στην κυριολεξία, να μη βλέπω τέτοια μυθιστορήματα ελληνικής πένας στα βιβλιοπωλεία εδώ στα Χανιά. Μπορεί να υπήρχαν λίγα κείμενα αλλά ήταν μετρημένα στα δάχτυλα, και ή ήταν γρήγορα εξαντλημένα λόγω λίγων αντιτύπων ή δεν υπήρχε περίπτωση να τα βρεις σε βιβλιοπωλεία εκτός Αθηνών. Οπότε, φαντάζεσαι να ζεις στην Κρήτη της δεκαετίας του ’80 ως μαθητής και να σε πνίγει αυτό το αίσθημα έλλειψης.
Το βιβλίο πάντα ήταν διέξοδος για μένα. Ακόμα κι όταν αποφάσισα ότι το πρώτο μυθιστόρημα που είχα γράψει θα έπρεπε να το ετοιμάσω ώστε να το δώσω προς ανάγνωση για έκδοση, δεν αναρωτήθηκα αν κάποτε θ‘ άλλαζα συγγραφική ρότα ή αν θα ‘πλούτιζα’ –αν και θα ήθελα να μπορώ να βιοπορίζομαι απ’ τα βιβλία μου. Ανά καιρούς βέβαια, μου έχουν σιγοψουψουρίσει με τακτ ορισμένοι βιβλιοπώλες να γράψω κάτι πιο ‘ευρέως αποδεκτό’. Δεν θα ήμουν όμως συνεπής στον εαυτό μου, πόσο μάλλον στα βιβλία και στους ήρωες μου. Πάνω απ’ όλα, ο συγγραφέας οφείλει να είναι ειλικρινής με το έργο του.

Η Κρήτη όντως, όσο ανοιχτή και κοσμοπολίτικη κι αν φαίνεται στις πόλεις κρύβει, όπως κι όλες οι μικροκοινωνίες, τη μπίχλα της σαπισμένης μυστικοπάθειας και μικροεπαρχιώτικης ζηλοφθονίας.

Αλήθεια, δεδομένου ότι ζεις στη συντηρητική Κρήτη, έχει τύχει να δεις ποτέ κάποιο βιβλίο σου στις προσθήκες βιβλιοπωλείου;

Η Κρήτη όντως, όσο ανοιχτή και κοσμοπολίτικη κι αν φαίνεται στις πόλεις κρύβει, όπως κι όλες οι μικροκοινωνίες, τη μπίχλα της σαπισμένης μυστικοπάθειας και μικροεπαρχιώτικης ζηλοφθονίας. Στα Χανιά που ζω το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, έχω δει μυθιστορήματα μου σε ελάχιστα βιβλιοπωλεία που είτε ανήκαν σε φίλιο πρόσωπο είτε σε πολύ ανοιχτόμυαλο ιδιοκτήτη. Κάποιοι βιβλιοπώλες, αν τύχει και με συναντήσουν μετά από πολύ καιρό κυκλοφορίας μυθιστορήματος μου, ομολογούν με έτοιμη την έκπληξη ότι δεν ήξεραν πως ξαναβγήκε νέο βιβλίο μου και υπόσχονται ότι όταν το θυμηθούν θα το παραγγείλουν . Υπάρχουν συνάμα και άλλοι συντοπίτες μου βιβλιοπώλες που με έκθαμβα μάτια μαθαίνουν για πρώτη φορά στα είκοσι χρόνια ότι εκδίδονται μυθιστορήματα μου. Οι ‘ρομαντικές’ αυτές αντιδράσεις λένε αρκετά και έχουν ξέχωρο ενδιαφέρον να τις παρατηρεί κανείς.Το συναίσθημα, φυσικά, είναι η δικαίωση όταν βλέπεις την ύπαρξη του έργου σου δίπλα σε άλλα αναγνώσματα, που απλά κι εκείνα σιωπηλά στις προθήκες αποζητούν την προσέλκυση του αναγνώστη.

Από ότι καταλαβαίνω Ιωσήφ ένας άνθρωπος του πνεύματος και δη συγγραφέας λοατκι+ λογοτεχνίας πρέπει να έχει ”γερό στομάχι” για να ζει σε ένα μέρος σαν την Κρήτη. Σωστά ;

Επαγγελματικά, το να είμαι λογοτέχνης λοατκι+ μυθιστορημάτων είναι δίκοπο μαχαίρι, ιδιαίτερα για μένα που ασχολούμουν με την εκπαίδευση. Προφανώς ήταν κοινωνικό επίτευγμα για τον γονιό της επαρχίας που ήξερε πριν εικοσιπέντε χρόνια ότι στέλνει το παιδί του στο φροντιστήριο ενός ανοιχτά γκέι. Αυτό φυσικά, συνδυαστικά και με την οικονομική ύφεση, μετά πλέον από κάποιο σημείο, έδειχνε και την έξοδο κοινωνικής κι επαγγελματικής διαφυγής. Αυτό το τίμημα εισέπραξα.
Είμαι από τους ελάχιστους στα Χανιά που λόγω και της λογοτεχνίας με την οποία καταπιάνομαι, είμαι εκτός ντουλάπας εδώ και δεκαετίες. Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι που θα με επιλέξουν για φίλο θα είναι πολύ καλά εξασκημένοι με εγγενή διάθεση, αυτογνωσία και με προσωπική ισορροπία που θα τους κάνει να μην αισθανθούν ουδεμία στιγμή άβολα. Το γεγονός για μένα είναι ότι εξ’ αρχής φαίνεται πως εκτιμούσαν την συγγραφική πένα μου, όμως ως γκέι με έβαζαν στην άκρη χωρίς ν’ ασχοληθούν ιδιαίτερα μαζί μου ή να υποστώ τον όποιο εμφανή εξευτελισμό . Έτσι, οι γνωστοί που με περιστοίχιζαν ήταν πάντα πολλοί αλλά οι φίλοι καλοί και λίγοι.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που έχεις ακούσει για βιβλίο σου;

Έχω ακούσει, εκτός απ’ τον σνομπισμό, πολλά καλόψυχα λόγια, κάποια απ’ τα οποία ήταν και εκ βαθέων εξομολογήσεις. Θα μιλήσω όμως για μια συγκινητική ιστορία. Θυμάμαι, είχα έναν έξυπνο μαθητή με φωτεινά μάτια σπίρτο όταν έκανα αγγλικά σε κάποιο νηπιαγωγείο. Τα μαθήματα τέλειωσαν, τα παιδιά μεγάλωσαν, πήραν το δρόμο τους. Μετά από πολλά χρόνια, είδα εκείνο τον μαθητή, ενήλικα πια να είναι ένας από τους διοργανωτές του Pride Θεσσαλονίκης, όταν με κάλεσαν ως επίσημο προσκεκλημένο συγγραφέα το 2017. Έμαθα ότι η μητέρα του παιδιού τον αποδέχτηκε ως γκέι και με τη βοήθεια των βιβλίων μου. Έτσι για μένα ήταν άκρως συγκινητικό και ξεχωριστό συναίσθημα να βλέπω αυτόν τον νεαρό, ανάμεσα στους διοργανωτές ενός Pride, έναν βαθιά ευτυχισμένο άνθρωπο και να γνωρίζω ότι τα βιβλία μου συνετέλεσαν σε αυτό.

Υπάρχει στην Ελλάδα άλλος εκδοτικός οίκος με λοάτκι λογοτεχνία, πέρα του Πολύχρωμου Πλανήτη;

Απ’ όσο γνωρίζω, δεν υπήρξε εκδοτικός οίκος με καθαρόαιμη λοατκι+ λογοτεχνία στην Ελλάδα για τόσο μακρόχρονο διάστημα πέραν του Πολύχρωμου Πλανήτη. Το αγοραστικό ενδιαφέρον ήταν συγκρατημένο μιας και τις προηγούμενες δεκαετίες οι λοατκι+ επιφυλακτικά πήγαιναν σε βιβλιοπωλεία για ν’ αγοράσουν ένα τέτοιο ανάγνωσμα. Ανά τις δεκαετίες, υπήρξαν και άλλοι εκδοτικοί οι οποίοι ενίοτε εξέδιδαν ανάλογα κείμενα ανάμεσα σε πολλά άλλα, όμως αυτά τα κείμενα χάνονταν στην πληθώρα των βιβλίων της αγοράς. Έτσι, υπήρξε έντονη η ανάγκη για έναν εξειδικευμένο οίκο σε αυτή τη λογοτεχνία.
Ο Πολύχρωμος Πλανήτης είναι ένας μικρός εκδοτικός και λειτουργεί εδώ και μια δεκαπενταετία. Το άνοιγμα ενός τέτοιου εκδοτικού δεν έχει να κάνει μόνο με το πόσο ανοιχτή αρχίζει να προδιαγράφεται μια κοινωνία αλλά περισσότερο αποτυπώνει το όραμα, τη θέληση και τη δύναμη ανθρώπων που ξέρουν ότι πάντα μια λοατκι+ κοινότητα χρειάζεται σεβαστή λογοτεχνική ύπαρξη για να υποστηριχτεί, ώστε να την μάθουν όχι μόνο αυτοί που ασχολούνται με το βιβλίο ή η κοινωνία στο σύνολό της αλλά πάνω απ’ όλα οι άνθρωποι που έχουν ανάγκη να ταυτιστούν αναγνωστικά με τους δικούς τους ήρωες, τα δικά τους πρότυπα. Στην Ελλάδα σπάνια παρατηρεί κανείς τέτοιους λογοτεχνικούς χαρακτήρες με δυνατή και σαφή υπόσταση σε κείμενα μη λοατκι+.

Είναι παρανοϊκό με ετήσια έσοδα 100 ευρώ απ’ τα βιβλία του ο συγγραφέας, για παράδειγμα, εκτός το ΕΚΦΑ, η ύπαρξη του ΚΑΔ να τον υποχρεώνει να πληρώνει ετησίως 600.

Τελευταία ακούστηκε πολύ σαν σλόγκαν το ”support art workers”. Στην …πριν κορονοϊού εποχή υπήρξε ουσιαστική υποστήριξη τόσο μεταξύ συγγραφέων όσο και εκδοτικών οίκων και συγγραφέων;

Η υποστήριξη των ανθρώπων στις τέχνες και στα γράμματα είναι ένας καθοριστικός παράγοντας για την ισορροπία σε μια ευνομούμενη δημοκρατική πολιτεία. Εδώ υπάρχουν πολλές παράμετροι όπως για παράδειγμα: η ίδρυση κρατικού και εθνικού ταμείου υποστήριξης των συγγραφέων. Θα μπορούσε επίσης να γίνει και ένα άλλο πιο εξειδικευμένο ταμείο αρωγής, ας πούμε, για τους λοατκι+ συγγραφείς ή ένα ταμείο αρωγής για συγγραφείς με κάποιο αριθμό μυθιστορημάτων στο ενεργητικό τους. Η αδικία και το παράλογο που
καλείται να πληρώνει ο συγγραφέας, απ’ τη στιγμή που δεν είναι δημόσιος υπάλληλος ή ευκατάστατος ελεύθερος επαγγελματίας, ώστε να έχει ύπαρξη στο κράτος της φορολόγησης είναι ένα δεδομένο παντελώς άσχετο με την πραγματικότητα όπως και βάναυσο, ενώ θα πρέπει να επιδέχεται την όποια χρηματική παρακράτηση μόνο ανάλογα με το τι κέρδη έχει, αν έχει. Είναι παρανοϊκό με ετήσια έσοδα 100 ευρώ απ’ τα βιβλία του ο συγγραφέας, για παράδειγμα, εκτός το ΕΚΦΑ, η ύπαρξη του ΚΑΔ να τον υποχρεώνει να πληρώνει ετησίως 600. Το κράτος λοιπόν ευθαρσώς τον εξαναγκάζει να τα δίνει από άλλο εργασιακό τομέα ώστε να έχει συγγραφική ύπαρξη. Αυτός ο εξοργιστικός παραλογισμός τον οποίο στην Ελλάδα προσπαθούν οι πολιτικοί να μας πλασάρουν ως λογικό, θα πρέπει να τελειώσει …χτες και να ρυθμιστεί με γνώμονα μόνο τα όποια έσοδα από τα πνευματικά δικαιώματα αν και εφόσον υπάρχουν!
Οι εκδότες απ’ τη μεριά τους είναι κι αυτοί ελεύθεροι επαγγελματίες και ως έμποροι, κατ’ ουσίαν, αντιμετωπίζουν προβλήματα, όχι όμως αντίστοιχα με αυτά του μεμονωμένου συγγραφέα. Από τη μεριά τους η πλειοψηφία των Ελλήνων εκδοτών δεν νομίζω ότι δύναται να υποστηρίξει οικονομικά κάποιον συγγραφέα σε περίπτωση δεινών, όπως τώρα με την πανδημία. Σε τέτοιες καταστάσεις θα έπρεπε να υπήρχαν ήδη άλλοι φορείς και θεσμοί ίσως και με την εμπλοκή των εκδοτών. Κάτι, προς το παρόν, ανύπαρκτο ή απλά –από πολιτικής άποψης- σκοπίμως γραφειοκρατικά δυσεπίτευκτο.

Πως θα χαρακτήριζες το μέσο γκέι Έλληνα; Ακούγεται συχνά πως έχουμε κάνει πολλά βήματα μπροστά στην αποδοχή της διαφορετικότητας και πως η ζωή έγινε πιο ανοικτή για τους ομοφυλόφιλους, την ίδια στιγμή που πολλοί παλιότερων γενεών παραπονιούνται πως έχει χαθεί η καύλα, το ουσιαστικό φλερτ και πως τότε ζούσες πιο ουσιαστικά τον έρωτα κι ας ήταν στα κρυφά. Που βρίσκεται τελικά η αλήθεια;

Πάντα η μοίρα των λοατκι+ ανθρώπων εξαρτιόνταν απ’ τον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο, όπως επίσης και από κατά πόσον αυτοί οι περίγυροι ήταν ανοιχτοί ή ανεκτικοί στο μη mainstream, έστω κι αν μιλάμε για μετρημένες περιπτώσεις.
Το φλερτ πάντα υπήρχε και υπάρχει αλλά προφανώς, πατάει σε άλλες βάσεις ανά τις δεκαετίες. Τα καφέ, τα βιβλία, τα σινεμά, οι πλατείες, τα περιοδικά, τα κινητά και το διαδίκτυο με τις εφαρμογές αλλάζουν τον τρόπο προσέγγισης ως σημεία αναφοράς.

Επειδή το περισσότερο μέρος της ζωής μου το έχω ζήσει στα Χανιά, ως προς το καθαρά προσωπικό ερωτικό κομμάτι θα έλεγα ότι ποτέ δεν βρήκα εδώ αυτό που αναζητούσα. Όταν ήμουν νεαρός το μόνο που είχε κάποιος ήταν οι πιάτσες και το αγοραίο σεξ. Όλοι μα όλοι μας ήμασταν κρυμμένοι στο καβούκι μας και δεν διανοούνταν ποτέ κανείς να εκδηλώσει την ομοφυλοφιλία του.

Μεγαλώνοντας,οι γνωριμίες και οι παρέες μου παντρεύονταν –εκτός από μένα-για να εξαφανιστούν κάποια χρόνια μέσω ενός γάμου και ν’ αρχίσουν μετά να κρυφοπηδιούνται μέσα από τις πιάτσες πάλι. Άνθρωπο που να μπορούν να συνταιριάξουν τα χνώτα μας, να υπάρξει ο ρομαντισμός και να μας βγει γνωριμία έτσι όμορφα και απλά δεν υπήρξε ούτε ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας για μένα εδώ στα Χανιά.

Τα νιάτα μου πέρασαν σαν καταραμένη εποχή. Υπήρχαν τριγύρω μας αρκετοί άνθρωποι που είτε ποτέ δεν ανοίχτηκαν ή χρειάστηκε να μετακομίσουν σε άλλα αστικά κέντρα για να βγουν απ’ τη ντουλάπα κι όμως εμείς τότε το μόνο που βλέπαμε και νομίζαμε στην επαρχία ήταν ότι η σπανιότητα του είδους μας ως ύπαρξη άρχιζε και τελείωνε μ’ εμάς.Σήμερα, μέσα από την τεχνολογία, τον ακτιβισμό, αγώνες και κινητοποιήσεις,σαφώς τα πράγματα είναι πιο ανοιχτά ως προς τη διεκδίκηση, την ορατότητα,τη θεσμοθέτηση απ’ ό,τι άλλοτε στο παρελθόν αλλά ακόμα έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε για να καταφέρουμε να λεγόμαστε ίσοι πολίτες με όλους τους υπόλοιπους. Ας μην ξεχνάμε ότι ο κάθε άνθρωπος έχει τη δική του οντότητα σε μια κοινωνική πολυχρωμία· μια οντότητα η οποία διεκδικεί να υποστηρίζεται και με την προβολή της δικής της λογοτεχνίας.

Έχεις υποστεί τα τελευταία δέκα χρόνια ρατσισμό λόγω της συγγραφικής σου κατεύθυνσης ή γενικότερα λόγω της σεξουαλικότητας σου;

Δεν θα έλεγα ότι είναι μόνο δέκα τα χρόνια ρατσιστικού παραγκωνισμού. Κατ’ αρχάς, ο ρατσισμός υπάρχει ακόμα και σήμερα όχι μόνο στην προσωπική μου ζωή αλλά και στη συγγραφική. Είναι τραγικό να διαβλέπεις ότι η πλειοψηφία των θεωρητικά ανοιχτόμυαλων εκδοτών σε απορρίπτει τις περισσότερες φορές για το λόγο και μόνο ότι η συγγραφική σου κατεύθυνση είναι λοατκι+ υφής (δεν μιλάμε για μεταφρασμένο λοατκι+ best seller με έτοιμο κοινό να το καταβροχθίσει αναγνωστικά και για το οποίο οι εκδότες ξέρουν ότι θα πουλήσει). Φυσικά, τις περισσότερες φορές δεν θα σου το πουν άμεσα αλλά φροντίζουν να κρύβονται υπό το προσωπείο εκφοράς λεχθέντων όπως: ναι μεν το κείμενο είναι ωραίο αλλά ‘υπάρχει ένα κάτι που λείπει’ απροσδιόριστα, ή ότι ‘δεν είναι τόσο ευφάνταστο’, ή ‘είναι μη εμπορικό’, ή ότι ‘είναι εμπορικό’ ενώ θέλουν κάτι άλλο, ότι ‘εμείς δεν εκδίδουμε τέτοια λογοτεχνία’, ‘μας αρέσει αλλά δεν μπορούμε αυτή την εποχή να το εντάξουμε σε κάποιο είδος των βιβλίων που εκδίδουμε’ και άλλα τέτοια φαιδρά ξεγλυστρήματα χωρίς να έχουν δώσει εδώ και δεκαετίες την ευκαιρία σε αυτού του είδους τη λογοτεχνία να υπάρξει δυναμικά, όπως της αξίζει, να σταθεί στα πόδια της, ακόμα και με γενναία ‘ταμπέλα’ εξ’ αρχής, ώστε να πάρει την τοποθέτησή της και αυτή από το αναγνωστικό κοινό ανά τα χρόνια.
Θεωρώ ότι επιβαρύνει ιδιαίτερα τους Έλληνες εκδότες –καθώς και τους αφανείς ενδοεκδοτικούς αναγνώστες- το γεγονός ότι όταν το (από κάποιους απορριπτέο) δεύτερο μυθιστόρημά μου, μεταφράστηκε μετά από χρόνια στα γερμανικά, συγγραφείς στο εξωτερικό είπαν ότι θα μπορούσε να συγκαταλεχθεί στα 100 καλύτερα λοατκι+ μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί ποτέ.

Ποιο είναι το αγαπημένο σου γκέι θεματολογίας βιβλίο που θα πρότεινες και γιατί;

Αποκλείεται να πει κάποιος μόνο ένα. Μπορώ να παραθέσω εξαιρετικά βιβλία όπως: “Γιοι και Εραστές” του Ντ. Χ. Λώρενς, “Μωρίς” του Ε. Μ. Φόρστερ,“Θάνατος στη Βενετία” του Τόμας Μανν, “Ορλάντο” της Βιρτζίνια Γουλφ, “Ο Κρίστοφερ και το είδος του” του Κρίστοφερ Ίσεργουντ, “Το δωμάτιο του Τζιοβάννι” του Τζέημς Μπάλντουιν, “Η γραμμή της ομορφιάς” του Άλλαν Χόλινγκχερστ, “Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου” του Αντρέ Ασιμάν και πολλά ακόμα. Aπό ελληνικά έχω ξεχωρίσει ‘’το Παρτάλι‘’ του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.

Μια πρόβλεψη για το μέλλον της γκέι λογοτεχνίας στην Ελλάδα ;

Όπως ήδη είπα και στο Pride Θεσσαλονίκης το 2017 αλλά και σε παρουσιάσεις μου τα τελευταία χρόνια, έχουμε ανάγκη νέων δυνατών φωνών λοατκι+ λογοτεχνίας με φρέσκες οπτικές, ώστε ν’ αυξήσουν διακριτά τον όγκο λογοτεχνικής δημιουργίας σ’ αυτή τη χώρα με έργο ποιοτικό. Να επισημάνω ότι στα Pride προσδοκώ να υπάρχουν και λοατκι+ λογοτεχνικά δρώμενα. Αυτή η λογοτεχνία θα πρέπει επιτέλους να μπει επίσημα και στα αναγνώσματα μας στα λύκεια και στα πανεπιστήμια. Η έλλειψή της όμως φανερώνει ακόμα τάσεις φοβικές και ανυπόστατες ανασφάλειες, ενώ θα θέλαμε πάραυτα, να συγκαταλεγόμαστε στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες της Ευρώπης. Απ’ όσο διαφαίνεται όμως, έχουμε ακόμα πολλή δουλειά.

Πες μας λίγα λόγια για το νέο σου μυθιστόρημα.

Το όγδοο μου μυθιστόρημα έχει τίτλο: “Τα κίτρινα αποσιωπητικά” και κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης. Μετά την επιστροφή μου απ’ τη Δανία πριν εννέα χρόνια, θέλησα να μαζέψω για άλλη μια φορά τα θρύψαλα μου, αφού πήγα με την ελπίδα ότι η ζωή εκεί θα’ ταν μακρόχρονα προσοδοφόρα κι όμως έμελε να είναι πολύ πιο σύντομη απ’ ό,τι περίμενα.
Αφού δεν έβρισκα στα Χανιά αυτόν που έψαχνα κι είχα αηδιάσει πια με τον μικροεπαρχιωτισμό με τον οποίο ερχόμουν αντιμέτωπος κάθε μέρα, αποφάσισα να κάνω μια σχέση με σκανδιναβό. Αρραβωνιαστήκαμε κι αφού μετά κόπων και βασάνων έκλεισα τη ζωή μου εδώ στην Ελλάδα, έφυγα για Κοπεγχάγη. Το τι στράβωσε ή τι στράβωνε στην πορεία είναι μια σειρά κοινωνικοπολιτικών αλλά και προσωπικών παραγόντων που αποκαλύπτονταν ο ένας μετά τον άλλον. Αρκετά από αυτά που μου συνέβησαν τα καταγράφω στο βιβλίο μου. Το κοινωνικό-πολιτικό μυθιστόρημά μου “Τα κίτρινα αποσιωπητικά” είναι ένα πολυεπίπεδο έργο, με εγκιβωτισμένη ποίηση και διηγήματα, με έντονες περιγραφές, εικόνες και συναισθήματα που αφορούν στη ζωή ενός σημερινού μορφωμένου μετανάστη από μια ευρωπαϊκή χώρα του νότου σε μιαν άλλη του βορρά.

Δείτε επίσης

Διαβάστε: Νίκος Μουτσινάς: Δεν θεωρώ ότι είναι κάτι διαφορετικό αυτό που είμαι

Διαβάστε: Η ολυμπιονίκης Άντρη Ελευθερίου, η σύζυγός της, Dyana, και η κόρη της, Μαρία, φωτογραφίζονται μαζί

Διαβάστε: Ιωάννης Μελισσανίδης: «Έχω υποστεί bullying για το σεξουαλικό προσανατολισμό μου»

© T-zine.gr 2018 | Για τις τελευταίες LGBTI ειδήσεις να επισκέπτεστε το T-zine.gr καθημερινά. Μπορείτε επίσης να γίνετε μέλος στη σελίδα μας στο Facebook και στο Twitter

© T-zine.gr η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο kostaspariss.wixsite.com