Ελλάδα: Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2018 | 22:39


Γράφει ο Iωσήφ Aλυγιζάκης* Βιβλίο – ΚριτικήT-zine.gr

«Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» του Εντουάρ Λουί

«ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΕΝΤΥ ΜΠΕΛΓΚΕΛ» του Εντουάρ Λουί,
μετάφραση: Μιχάλης Αρβανίτης, εκδ. αντίποδες, 2018

Αν και είμαι επιφυλακτικός με τις διθυραμβικές κριτικές που σπρώχνουν ένα κείμενο σε τέτοιο βαθμό, μέχρι και το ότι άλλαξε τη μορφή της βιογραφίας, είπα, παραυτά, να φανώ επιδεκτικός και να ενσκύψω στο γραπτό με την προσωπική μου λυδία λίθο, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να παρουσιάσω έναν 26άχρονο συγγραφέα, που με το πρώτο του πόνημα έγινε τόσο γνωστός, ώστε να θεωρείται από τους πιο δυνατούς σύγχρονους συγγραφείς της χώρας του. Τα βιβλία του έχουν ήδη μεταφραστεί σε πάνω από είκοσι γλώσσες.

Είναι το δημιουργικό θράσος, η συγγραφική ειλικρίνεια και το θάρρος ενός νεαρού δημιουργού να θέλει να εκμυστηρευτεί με μυθοπλαστική αυτοβιογραφική υφή τα καταπνιγμένα συναισθήματα και σκέψεις της οικογένειας και του ευρύτερου περιβάλλοντός του αλλά και να ανοιχτεί εμφανέστατα σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό ως προς την σεξουαλικότητά του, δεδομένα που μας υποκινούν στο να επιθυμήσουμε να διαβάσουμε το βιβλίο.
Ομολογώ ότι προσπάθησα να παρατείνω την απόλαυση αυτού του σχετικά μικρού -192 σελίδων-κειμένου, που μπορεί να αναγνωστεί άνετα μέσα σε λίγες μόνο ώρες.

Διαβάζοντας τον Εντουάρ Λουί –και είναι ένας λόγος που τον συμπάθησα αμέσως – μου έρχονται συναισθήματα όπως αυτά που ένοιωθα κι εγώ απ’ τα πρώτα κιόλας συγγράμματά μου ως νεαρός 25άχρονος που γράφει λογοτεχνία για τους ανθρώπους που βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής.

To «ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΕΝΤΥ ΜΠΕΛΓΚΕΛ» είναι ένα κείμενο που χωρίζεται σε τρεις υποδιαιρέσεις: Βιβλίο Πρώτο, Βιβλίο Δεύτερο και Επίλογο που κι αυτές απαρτίζονται από μικρά ευανάγνωστα κεφάλαια με τίτλο το καθένα. Κάποιοι, δε, τίτλοι αφήνουν να υφέρπεται και μια ειρωνία μέσα τους: ‘Η ΚΑΛΗ ΑΝΑΤΡΟΦΗ΄, ‘Ο ΑΛΛΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ’, ‘Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΡΩΝ ΣΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ’

Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ
Εντουάρ Λουί
μετάφραση: Μιχάλης Αρβανίτης
Αντίποδες, 2018

Ο Εντουάρ Λουί είναι ένας δημιουργός που γεννήθηκε από τους άπορους, ενδεείς και άστεγους για να εκφράσει στρατευμένα αυτήν ακριβώς την υπόσταση, τη σιωπηλή, αθέατη για πολλούς κοινωνική τάξη της σύγχρονης επαρχιώτικης Γαλλίας. Ένας νεαρός του οποίου το περιβάλλον πλήττεται από ανεργία, πενία κι επιβιώνει με τα συνεχή βερεσέ απ’ το μπακάλικο. Αυτός που μας υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Μια μάχη είν’ η ζωτική μας επιβίωση, ιδιαίτερα αν είμαστε φτωχοί-μια ενοχική ρετσινιά που το σύστημα ως λέμβος της οικονομικής ευημερίας δεν σου επιτρέπει να αποτινάξεις από πάνω σου αν δεν ανελκυστείς για ν’ ανέβεις κι εσύ εκεί.

Μου φαίνεται ότι αν αυτό το παιδί βίωσε τέτοιο ποικιλότροπο εκφοβισμό από την προεφηβεία, το να φτάσει τόσο ψηλά ως συγγραφέας και ν’ ακουστεί, είναι ό,τι πιο ηχηρό χτύπημα στη φασιστική ανατροφή των άλλων.

«Ξεφωνημένη, αδερφή, πούστη, ανώμαλε, ντιγκιντάνγκα, γαμιόλη, μπινέ, ξεκωλιάρη, ψωλαρπάχτρα, κουνιστέ, λούγκρα, λουλού, πούστρα, ή ο ομοφυλόφιλος, ο γκέι», ήταν κάμποσα από τα πάμπολλα κοσμητικά επίθετα που κατακεραύνωναν τον νεαρό οι συμμαθητές του ήδη από το δημοτικό. Ήταν ο ‘φλούφλης’ που έβρισκε ραβασάκια στην σχολική τσάντα με απειλές όπως: «Ψόφα πούστη» κι όμως ως πρωτέφηβος δεν το ’βαζε κάτω.

Ο περίγυρος του αυτοβιογραφούμενου πρωταγωνιστή με γαλλικά από διάλεκτο της περιοχής της Πικαρδίας, είναι γεμάτος από καταπονημένους με τσακισμένα μούτρα άντρες πεσμένους στο δρόμο από μεθύσια,ένα δυστοπικό περιβάλλον που δεν τον βοήθησε να έχει διαβάσει σοβαρά λογοτεχνία ή να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο μέχρι τα 18 του χρόνια.

Ο οικογενειακός περίγυρος περιγράφεται με όλες τις ταξικές δυσκολίες και τα ψυχολογικά τραύματα που δημιουργήθηκαν αλλά και που τον έκαναν να ζει κι αυτός όπως η υπόλοιπη εξαθλιωμένη κοινωνία της υπαίθρου.

Ο πατέρας περιγράφεται να προσπαθεί φυγόμαχα όσο μπορεί ν’ αποφεύγει να έρθει σε σωματική αντιπαράθεση με τους γιους του. Η σχέση με αυτόν δύσκολη, ξεδιπλώνεται σε σκόρπιες ατάκες: «Οι σκληροί άντρες του χωριού που ενσάρκωναν όλες τις τόσο σημαντικές αρσενικές αξίες…»

Ο πατέρας του τον ονόμασε: «Εντύ Μπελγκέλ. Όνομα για σκληρό άντρα», όπως είχε εξομολογηθεί κι ο ίδιος, αφού δεν ετίθετο ζήτημα να υπάρχει χώρος για οτιδήποτε άλλο αποδεκτό στο αρσενικό.

Η δυσμοιρία στην περιοχή φαινόταν ως καταλυτικός παράγοντας που οδήγησε το περιβάλλον του σε ρατσιστικές εκφάνσεις: «Οι βρωμοαράπηδες, δεν βλέπεις τίποτα άλλο στις ειδήσεις παρά μόνο Άραβες. Δεν είμαστε πια Γαλλία εδώ πέρα, Αφρική γίναμε, και για το φαγητό έλεγε Να κάτι που δεν θα μας πάρουν ποτέ οι Γερμαναράδες».

Ένας φασιστικά εύκολα ομογενοποιημένος περίγυρος με ακούρδιστη χορδή ευαισθησίας την ανέχεια, προφανής ακόμα και στα πετσωμένα λεχθέντα της μάνας: «Σ’ αυτόν τον κόσμο όπου οι αντρικές αξίες θεωρούνταν οι πιο σημαντικές, ακόμη και η μητέρα μου έλεγε για τον εαυτό της Έχω αρχίδια εγώ, δεν με κάνει κανείς ό,τι θέλει.»

 

«Σήμερα θα γίνω σκληρός», έλεγε στον εαυτό του για να κρατηθεί. Ατάκα που την έχουν σκεφτεί πολλοί λοατκι+ άνθρωποι ιδιαίτερα όταν το κοντινό τους περιβάλλον με έχθρα και φθόνο τους θεωρεί αλλοπρόσαλλους, αταίριαστους, αποδιοπομπαίους τράγους.

 

Απογύμνωση. Το γνωμικό: ‘τα εν οίκω μη εν δήμω’ δεν ισχύει εδώ.
Το βιβλίο εκτός από ωμή βία και καθημερινή ωμότητα, κατακλύζεται από βαθύ εσωτερικό θυμό, πόνο, μοναξιά και συσσωρευμένη πίεση. «Το στίγμα ήταν μεταδοτικό. Αν ήσουν φίλος με την αδερφή, κανείς δεν θα το έπαιρνε καλά».

Όλα τα μέλη της ευρύτερης φαμίλιας παρελαύνουν με αφηγηματικό ρεαλισμό μέσα στο κείμενο.

Ο πατέρας του ήθελε να έχει μια οικογένεια διαφορετική απ ‘αυτήν του δικού του πατέρα, που το ’σκασε κι έφυγε για πάντα. Ο ξάδερφός του ο Συλβάν σάπισε νεότατος στη φυλακή και πέθανε πριν γίνει καν τριάντα χρονών. Η θεία του ξερίζωνε με πένσα συνεργείου τα δόντια της στα βαριά της μεθύσια μέχρι που δεν είχε πια δόντια να ξεριζώσει. Η βιαιότητα των αντρών απέναντι στις πιο αδύναμες υπάρξεις αποτυπώνονταν ως καθημερινό και φυσιολογικό φαινόμενο. Ο αδερφός του ήταν βίαιος προς τη σύντροφό του.

Οι φίλοι κι ο ξάδερφός του «Παρίσταναν τους ομοφυλόφιλους κι αυτός ήταν για κείνους ένας τρόπος για να δείξουν πως δεν ήταν». Μέχρι που η πρώτη ερωτική επαφή του ήρωα στα δέκα του με τον δεκαπεντάχρονο ξάδερφό του ήρθε για να επισφραγίσει σ’ αυτόν αλλά και στη μητέρα του, που τους έπιασε -σε επανειλημμένη πράξη- στα πράσα, τι επρόκειτο να επακολουθήσει στο μέλλον.

Τα δυο αγόρια από το σχολείο – ο ψηλός με τα κόκκινα μαλλιά και ο κοντός με την καμπούρα– επαναλαμβάνονται στην αφήγηση σαν κομμάτι ψυχαναγκαστικήςεφιαλτικής ανάμνησης που τον έχει στοιχειώσει. Τον φτύνουν, τον δέρνουν, τον κακολογούν χωρίς σταματημό και μέτρο.

«Σήμερα θα γίνω σκληρός», έλεγε στον εαυτό του για να κρατηθεί. Ατάκα που την έχουν σκεφτεί πολλοί λοατκι+ άνθρωποι ιδιαίτερα όταν το κοντινό τους περιβάλλον με έχθρα και φθόνο τους θεωρεί αλλοπρόσαλλους, αταίριαστους, αποδιοπομπαίους τράγους.

Οι μπερδεμένες σκέψεις και συναισθήματα καταπλακώνουν αλλεπάλληλα την παιδική του υπόσταση, ώστε να αφήνεται να τον δέρνουν στον διάδρομο του σχολείου και να τον φτύνουν οι δυο συμμαθητές του, μέσα από τις ενοχές που είχε αφήσει τον εαυτό του να διολισθήσει.

Η σχέση με την μητέρα του έχει κανείς την αίσθηση ότι περιγράφεται ως αντίστοιχη μιας ελληνίδας μάνας σε εξαθλιωμένο βιοτικό επίπεδο: «Έτσι έχουν τα πράγματα στο χωριό, οι γυναίκες κάνουν παιδιά για να γίνουν γυναίκες, γιατί αλλιώς δεν γίνονται ποτέ πραγματικά γυναίκες. Τις θεωρούν λεσβίες, ψυχρές». Προτάσσει ως προσόν αυτό που θεωρεί ότι κανείς δεν μπορεί να της αμφισβητήσει. Τη μητρότητα. «Είμαι καλή στο να πιάνω παιδιά».

Ο ίδιος περιγράφει τη σχέση του με τη μητέρα του ως εξής: «Η μητέρα μου κι εγώ ήμασταν πιο κοντά όταν ήμουν μικρότερος: είναι αυτό που λένε για τα μικρά αγόρια, πόσο κοντά μπορούν να είναι στη μητέρα τους –αυτό συνέβαινε πριν η ντροπή μεγαλώσει την απόσταση ανάμεσα σ εκείνη και σ’ εμένα».

Όμως οι αμφιβολίες του γονιού τριβελίζουν το νου: «Αγόρι είναι αυτό ή σκατά; …Γιατί είναι έτσι; Δεν τον μεγάλωσα σαν κορίτσι, τον μεγάλωσα όπως όλα τα άλλα αγόρια».

Σε κάθε σελίδα του βιβλίου είχα την αίσθηση ότι διάβαζα για την ελληνική αμόρφωτη, φτωχή επαρχία. Η ταύτιση άτεγκτων κοινωνικο-πολιτικών απόψεων των Γάλλων αγράμματων μεροκαματιάρηδων με αυτή των αντίστοιχων Ελλήνων είναι εξοργιστικά, απελπιστικά πανομοιότυπη.

Δεν μου φαίνεται παράξενο που ο πρώτος εκδότης στον οποίο ο Εντουάρ Λουί έδωσε το χειρόγραφό του τον απέρριψε με το σκεπτικό ότι κανείς αναγνώστης δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι στη σημερινή Γαλλία υπάρχουν τόσο ασθενείς πολίτες. Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που αν αφεθείς, θαρρείς πως οι ήρωες που διαβάζεις ανήκουν σε περιγραφές γαλλικού μυθιστορήματος του 1800.

Éduard Louis

Βρήκε κορίτσι, την Λωρά, ώστε να δείξει και στους συμμαθητές του ότι δεν είναι ο γκέι που του είχαν βγάλει το όνομα. Έκανε τον εαυτό του να δοκιμάσει να πιστέψει ότι: «Δεν παύουμε ποτέ να παίζουμε ρόλους αλλά υπάρχει μια αλήθεια στις μάσκες».

Η δεύτερη εξίσου αποτυχημένη προσπάθεια για κοπέλα ήταν η Σαμπρίνα. Επιχείρησε να έχει ολοκληρωμένη σεξουαλική σχέση με αυτήν αλλά δεν κατάφερε ουδόλως να βγάλει απ’ το μυαλό του τα αγόρια, τους άντρες. Την επόμενη μέρα χώρισαν.

Κάποια στιγμή παραταύτα, μέσα στη δίνη της απελπισίας, έφτασε στο σημείο να ασκήσει μπούλινγκ ο ίδιος σε κάποιον άλλον καινούργιο συμμαθητή του λέγοντας: «Σκάσε αδερφάρα», ώστε να μεταθέσει σ’ εκείνον την ντροπή που τον βάραινε κάθε φορά που τον στόλιζαν με παρόμοιο υβριστικό τρόπο.

Έκανε μια απόπειρα να το σκάσει και να φύγει από το σπίτι αλλά ουσιαστικά δεν το ήθελε ή δεν ήταν έτοιμος ακόμα κι έτσι αφέθηκε να τον βρει ο πατέρας του και να τον γυρίσει άρον άρον.

Έγραψε ένα θεατρικό για την λήξη της τελευταίας σχολικής χρονιάς του γυμνασίου. Έκανε πάταγο αλλά ο ενθουσιασμός του έκπληκτου κοινού ξεχάστηκε αυθημερόν με την επιστροφή στα σκυθρωπά βιοποριστικά θέματα της καθημερινότητας.

Ήθελε να ξεφύγει από το να πάει στο λύκειο της Αμπβίλ όπου θα συνέχιζε την ίδια μίζερη κακομοιριά της επαρχίας απ’ την οποία ποθούσε πια διακαώς να δραπετεύσει. Έδωσε εξετάσεις για να πάει σε λύκειο στην Αμιένη με κατεύθυνση το θεατρικό δράμα και περίμενε απάντηση.

Πετυχαίνει. Μια απάντηση σε γράμμα που ο πατέρας του σχεδόν σαδιστικά σκόπιμα καθυστέρησε ένα μήνα να του δώσει.

Πιο κατασταλλαγμένος πια στο νέο λυκειακό περιβάλλον, δείχνει να συμφιλιώνεται με τον εαυτό του αφήνοντας στον αναγνώστη την υπόσχεση ότι από εκεί κι έπειτα ο πρωταγωνιστής αυτοβιογραφούμενος συγγραφέας μάλλον άρχισε ν’ ακολουθεί αυτό που πρόσταζε ο εαυτός του τόσα χρόνια χωρίς να υποκρίνεται ή να θέλει να είναι κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που ανέκαθεν ήταν.

Τελειώνοντας το καθηλωτικό, σοκαριστικά συγκινητικό βιβλίο, είχα την αίσθηση ότι γνώρισα τόσο πολύ τον Εντουάρ Λουί σαν να ήταν πια ένας καινούργιος μακρινός φίλος, από αυτούς που αν κάποια στιγμή συναντηθούμε, θα έχουμε πολλά να συζητήσουμε.

 

Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ
Εντουάρ Λουί
Μετάφραση: Μιχάλης Αρβανίτης
Εκδόσεις: Αντίποδες, 2018
Σελίδες: 191
ISBN: 978-618-5267-16-2
Τιμή: €12,00

 

 

Για παραγγελίες επικοινωνήστε με το βιβλιοπωλείο Πολύχρωμος Πλανήτης τηλεφωνικά στο 2108826600 ή μέσω της φόρμας παραγγελίας εδώ.

 

 

© T-zine.gr

 

* Ο Ιωσήφ Αλυγιζάκης είναι συγγραφέας των βιβλίων:

•   Η αναγνώριση του πτυχίου : Μυθιστόρημα – 1η έκδ. – Αθήνα : Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000.

•   Τρεις λευκές σελίδες: Μυθιστόρημα – 2η έκδ. – Αθήνα : Πολύχρωμος Πλανήτης, 2005.

•   Η πολιτεία των γιασεμιών : Μυθιστόρημα – 1η έκδ. – Αθήνα : Modern Times, 2007.

•   … κάτι πολύ προσωπικό: Μυθιστόρημα – 1η έκδ. – Αθήνα : Πολύχρωμος Πλανήτης, 2008.

•   Κρυφά γοήτευσέ με: Μυθιστόρημα – 1η έκδ. – Αθήνα : Modern Times, 2009.

•   Το φύλο του έρωτα : Μυθιστόρημα – 1η έκδ. – Αθήνα : Modern Times, 2011.

•   Σε ψάχνω στον χρόνο – 1η έκδ. – Αθήνα : Πολύχρωμος Πλανήτης, 2017.

Ζει και εργάζεται στα Χανιά.