Now Reading
Πολιτικό επιχείρημα η νοσταλγία και η «φυσική τάξη»;

Πολιτικό επιχείρημα η νοσταλγία και η «φυσική τάξη»;

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018 | 16:11

T-zine.gr

Απόψεις 

Γράφει η Τζίνα Μοσχολιού

Πολιτικό επιχείρημα η νοσταλγία και η «φυσική τάξη»;

Ο υπουργός ειρωνεύεται τη βουλευτή ότι γράφει «από το κομμωτήριο», η σύγχρονη ιατρική αμφισβητείται, οι διαφημιστές νοσταλγούν την «αθώα» Ελλαδίτσα των 60s, οι επιχειρηματολογούντες εναντίον της αναδοχής από ομόφυλα ζευγάρια μας καλούν να μείνουμε πιστοί στη φύση, οτιδήποτε προβάλλει κάποια «ανίερη» όψη της γυναικείας φύσης ή της μητρότητας περνάει λαικό δικαστήριο. Όλα καλά πάνε δηλαδή. Ή ίσως όχι.

Ενθύμιο μιας εποχής που οι κοινωνίες «δεν ήταν έτοιμες» να δώσουν ψήφο στις γυναίκες λόγω της εύθραυστης κι άστατης «φύσης» τους

Πριν από λίγες μέρες, στις 21 Απριλίου (σύμπτωση, το ορκίζομαι), η βουλευτής και τομεάρχης Ψηφιακής Πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας, Άννα Μισέλ Ασημακοπούλου, ανήρτησε στο Twitter την είδηση της συνάντησης του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Πάνου Καμμένου, με τον υπουργό Ψηφιακής Πολιτικής, Νίκο Παππά, με το σχόλιο «εδώ ο κόσμος καίγεται…».

Στο δηκτικό, αλλά σε καμία περίπτωση υβριστικό, σχόλιο της, της απάντησε, επίσης με tweet, ο Πάνος Καμμένος με τη φράση «προφανώς τουιτάρετε από το κομμωτήριο». Αν ο δημόσιος λόγος σε αυτή τη χώρα χαρακτηριζόταν από στοιχειώδη κανονικότητα, το γεγονός ότι ένας υπουργός και αρχηγός του δεύτερου κόμματος της κυβέρνησης απαντούσε σε μέλος του κοινοβουλίου αναπαράγοντας ένα τυπικό σεξιστικό και υποτιμητικό στερεότυπο θα ήταν είδηση που θα προκαλούσε σηκωμένα φρύδια και ρητή αποδοκιμασία.

Στην Ελλάδα δεν μας έκανε, φυσικά, καμία απολύτως εντύπωση, προσπεράστηκε ως κάτι ασήμαντο, μικρό και μάλλον συνηθισμένο.

Την ίδια ώρα, συζητήσεις που «τρέχουν» παράλληλα στη δημόσια σφαίρα σφύζουν από συντήρηση, ειδικά όταν στο επίκεντρο τους έχουν παιδιά και γυναίκες. Η τραγική είδηση του θανάτου ενός νεογέννητου βρέφους που εγκαταλείφθηκε από τη νεαρή μητέρα του υπό παντελώς άγνωστες στο κοινό συνθήκες, έγινε αφορμή για λαικά δικαστήρια με έμφαση στη μητρική ιδιότητα.

Στην υπόθεση της αναδοχής παιδιών από ζευγάρια που έχουν τελέσει σύμφωνο συμβίωσης χωρίς περιορισμό για το φύλο τους, η δημόσια συζήτηση υποκρύπτει όλα αυτά που ξέραμε, αλλά δεν θέλαμε να πούμε, για την κοινωνική αντίληψη του ρόλου του γονιού και, ειδικότερα, της μητέρας. Είναι μάλιστα ενδεικτικό ακριβώς αυτό, ότι ενώ το θέμα μας είναι η αναδοχή και όχι η γονεικότητα, αφού ο ανάδοχος δεν γίνεται γονιός, δεν υιοθετεί το παιδί, δεν παίρνει το όνομα του κλπ, όσοι το συζητούν με ένταση επιμένουν να αντιδρούν στην τεκνοθεσία (που δεν τίθεται), να σχολιάζουν κυρίως το υποθετικό σενάριο των δυο μπαμπάδων (σε αντίθεση με αυτό των δύο μαμάδων που τους μπερδεύει μάλλον) και να επιχειρηματολογούν για τους «παραδοσιακούς ρόλους που οφείλουμε να διαφυλάξουμε».

Από τη συζήτηση δε, απουσιάζει πλήρως το γεγονός ότι το αίτημα για ισότιμη οικογενειακή ζωή, για το δικαίωμα όχι κάποιος να ζει «ασύδοτα» ή «έξαλλα» αλλά να δημιουργεί οικογένεια, να μετέχει στον παραδοσιακό θεσμό αυτοσυντήρησης, είναι ένα αίτημα για ένταξη στο απόλυτο κοινωνικό mainstream! Αλλά ακόμη και αυτό ισοπεδώνεται, από όσους επιχειρηματολογούν εναντίον, αφού «δεν είναι φυσικό».

Στις παραπάνω συζητήσεις λοιπόν διαφαίνεται η νέα τάση αποθέωσης της φύσης η οποία παρουσιάζεται σαν απόσταγμα σοφίας (ενίοτε με γλώσσα που την παρουσιάζει ως κάτι ενιαίο ή/και την «εξανθρωπίζει») ή σαν «καταφύγιο» από τον σύγχρονο τρόπο ζωής, πράγμα ιδιαιτέρως διαστροφικό όταν προφανώς, προφανέστατα, ο άνθρωπος επιβιώνει και βελτιώνει την ποιότητα της ζωής του υπερβαίνοντας την φύση που δεν προέβλεψε το τσιμέντο, την χημειοθεραπεία, τα εμβόλια, τα συντηρητικά τροφίμων, τα αποπαρασιτικά και την τεχνητή γονιμοποίηση.

Η νέα επίκληση στη φύση, το τρέντι «μπροστά, πίσω», δεν είναι ένα αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο αλλά οι ελληνικές εκφάνσεις του έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον. Δεν περιορίζονται μόνο σε ζητήματα υγείας (από τα εμβόλια ως τους, σαφώς πιο ελιτιστικούς, προβληματισμούς για τη διατροφή και την εμφάνιση και τι σημαίνει «αληθινή γυναίκα») αλλά απλώνεται και σε μια νοσταλγία για το παλιό.

Οι φωτογραφίες της Αθήνας του ’60, οι διαφημίσεις με πρωταγωνιστές παππούδες και γιαγιάδες ή με παραδοσιακά στοιχεία, μια νοσταλγία για μια εποχή που το «αστικό» αφορούσε λίγους, το «λαϊκό» ήταν στερεοτυπικό, η επαρχία ήταν συνώνυμη με την παράδοση, την αγνότητα και την καθαρότητα.

Από την εξίσωση βγαίνουν, πολύ βολικά, οι γεωγραφικές και κοινωνικές ανισότητες, οι πολιτικές συνθήκες, η καθήλωση της κλειστής κοινωνίας, η ταξικότητα χωρίς κινητικότητα, ακόμη και το γεγονός ότι ο κόσμος πέθαινε από αρρώστιες που σήμερα απαιτούν ένα απλό κρεβάτωμα ρε αδελφέ, όσες από αυτές δεν έχουν πρακτικά εξαφανιστεί. Και, βέβαια, μην το ξεχάσουμε, οι εποχές που οι γυναίκες δεν γίνονταν υπουργοί κι αν ήταν και «της καλής κοινωνίας» περνούσαν δημιουργικά τα πρωινά τους στο κομμωτήριο και τη μοδίστρα, όπως «ταιριάζει στη γυναικεία τους φύση» (αλλά τότε δεν είχαμε και twitter για να τους το τρίβουμε στα μούτρα).

Δείτε Επίσης

Όλα αυτά κάτι θυμίζουν αν προσπαθήσει να τα δει κανείς ψύχραιμα.

Πριν από μερικές εβδομάδες ξεκίνησε στην Ελλάδα η προβολή του ντοκιμαντέρ «Οι γυναίκες της Χρυσής Αυγής» του Νορβηγού σκηνοθέτη Χόβαρντ Μπούστνες. Η ταινία σηκώνει πάρα πολλή κουβέντα, αλλά για να συμπυκνώσουμε τα βασικά, ο σκηνοθέτης της έκανε τα εξής: το 2013, ενώ οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής ήταν προφυλακισμένοι, προσέγγισε τρεις γυναίκες, μια κόρη και σύντροφο δυο βουλευτών, μια μητέρα και μια σύζυγο, θεωρώντας πως είναι μια «ευκαιρία» να μιλήσει ειδικά στις γυναίκες (γιατί άραγε;) χωρίς την επιρροή των αντρών του σπιτιού τους.

Σε όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων, όπως αποτυπώνονται στην ταινία, είναι φανερό ότι προσπαθεί κάτι να βγάλει από αυτές, να ξεσκεπάσει μια άρρητη διαφωνία τους, να ανατρέψει μια «πλύση εγκεφάλου», να αναδείξει κάποιες «κρυφές» πλευρές τους. «Ξέρεις, μπορείς να αγαπάς τον πατέρα σου αλλά να πεις δεν υποστηρίζω αυτό το κομμάτι του» λέει σε μια γυναίκα που του δείχνει, με θαυμασμό, φωτογραφία του πατέρα της στα νιάτα του να χαιρετά ναζιστικά με φόντο μια τεράστια σβάστικα και, φυσικά, αυτή διαψεύδει με θυμό τις «υποψίες» του, τις οποίες φυσικά δεν θα τόλμαγε να πει σε έναν άντρα.

Όσο προχωράει η ταινία ο σκηνοθέτης χάνει τον έλεγχο και τον ρόλο του αναλαμβάνουν οι «γυναίκες της Χρυσής Αυγής» οι οποίες τον καθοδηγούν με μαεστρία σε ένα advertorial «παραδοσιακής» μητρότητας παλαιών, αυστηρών, αρχών. Συνειδητά αφοσιωμένες μητέρες, κόρες, σύζυγοι, κολόνες της οικογενειακής εστίας. Άθελα του ο σκηνοθέτης γίνεται το θέμα της ταινίας του ενώ τον παρακολουθούμε να παλεύει να απομονώσει το «ανθρώπινο πρόσωπο» (όπως αυτός το αντιλαμβάνεται) της γυναίκας που με το ένα χέρι αγκαλιάζει τον γιο της και με το άλλο τον δικάζει ότι είναι μαλθακός ενώ ο κόσμος χρειάζεται άντρες «με βαρύ χέρι».

Βλέπουμε και πάλι δηλαδή τη σύγκρουση δηλαδή δυο κακών αντιλήψεων για το ποια είναι η «φυσική τάξη των πραγμάτων» με φόντο μια ταλαιπωρημένη κοινωνία που είναι σαφώς πιο πολύπλοκη από το σχηματάκι «γυναίκα = μανούλα = ευαίσθητη».

Αν βάλουμε στο νου μας μαζί με όλα τα παραπάνω, πως πολλά σημερινά αυτονόητα κάποτε θεωρούνταν τρέλα, αφύσικα, επικίνδυνα ή εγκληματικά, ότι κάποτε οι μαύροι θεωρούνταν κατώτερο είδος, οι γκέι υφίσταντο χημικούς ευνουχισμούς, τις ψυχικές νόσους τις έφερνε ο Θεός κι η έμμηνος ρύση ήταν του σατανά και δούμε ποιες πολιτικές δυνάμεις επιμένουν στο άιμα, στο σώμα, στους «παραδοσιακούς ρόλους» και στο αγνό παρελθόν, τότε οι επικλήσεις, ρητές ή υπόρρητες, στην φύση και τους τάχα δήθεν μου προκαθορισμένους ρόλους της, θα μας υποψίαζαν σε τρομακτικό βαθμό, αντί να τις προσπερνάμε χαλαρά και να τις θεωρούμε πυρήνα του mainstream συντηρητισμού.

© T-zine.gr  με πληροφορίες in.gr

Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Ουάου
0
Τέλειο
0
Δείτε τα σχόλια (0)

Αφήστε Ένα Σχόλιο

Η email διεύθυνση σας δεν θα δημοσιευθεί