Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018 | 09:45

Μετάφραση: Κ. Μελικέρτης |  Trans News | Νομικά θέματα | T-zine.gr

 
Από τον Pieter Cannoot, Διδάκτωρ Ερευνητής στο Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Πανεπιστημίου της Γάνδης

S.V. κατά Ιταλίας: Απόφαση του ΕΔΔΑ κατά Ιταλίας σε υπόθεση τρανς προσώπου

Στις 11 Οκτωβρίου 2018, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπίστωσε παραβίαση του Άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε υπόθεση που αφορούσε μια τρανς γυναίκα με την επωνυμία S.V.

Η αίτηση αφορούσε την άρνηση των ιταλικών αρχών να εγκρίνουν στην S.V. να μεταβάλουν επίσημα το όνομά της με το σκεπτικό ότι καμία δικαστική απόφαση δεν επιβεβαίωσε την επιτυχή ολοκλήρωση του επαναπροσδιορισμού φύλου, παρόλο που ήταν σε κοινωνική και σωματική μετάβαση για αρκετά χρόνια.

Σύμφωνα με το Δικαστήριο, αυτή η περίοδος αναμονής είχε ως αποτέλεσμα τα συναισθήματα της ευπάθειας, του εξευτελισμού και της ανησυχίας, που ισοδυναμούσαν με δυσανάλογη παρέμβαση στο δικαίωμα της S.V. περί σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.

Τα γεγονότα της υποθέσεως

Η S.V. είχε καταγραφεί στο ανδρικό φύλο κατά τη γέννηση της, όμως πάντα αισθανόταν γυναίκα και υιοθέτησε γυναικεία έκφραση φύλου στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις της. Το 1999, ξεκίνησε τη σωματική μετάβασή της μέσω της λήψης ορμονών. Βάσει του Ιταλικού Δικαίου, έπρεπε να αποκτήσει δικαστική εξουσιοδότηση για να έχει πρόσβαση σε χειρουργική επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου.

Στις 10 Μαΐου 2001, το περιφερειακό δικαστήριο της Ρώμης χορήγησε την εξουσιοδότηση. Αναμένοντας τη χειρουργική επέμβαση, η οποία θα λάμβανε χώρα το 2003, η S.V. υπέβαλε επίσης αίτηση για επίσημη μεταβολή του ονόματος που της αποδόθηκε κατά τη γέννησή της. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο Ιταλικός Νόμος συνδέει την αλλαγή του ονόματος των τρανς ατόμων με την ολοκλήρωση της επέμβασης του επαναπροσδιορισμού φύλου, το αίτημά της απορρίφθηκε.

Τελικά, η μεταβολή ονόματος δόθηκε τον Οκτώβριο του 2003, 2,5 χρόνια μετά την αρχική αίτηση και μετά την ολοκλήρωση του επαναπροσδιορισμού φύλου.

Η απόφαση

Βασιζόμενη στο Άρθρο 8 της Σύμβασης, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι η άρνηση των αρχών να αλλάξουν επισήμως το όνομά της παραβίασε το δικαίωμά της στην ταυτότητα φύλου, ιδίως επειδή της είχε επιτραπεί να υποβληθεί σε επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου. Το Δικαστήριο επανέλαβε για πρώτη φορά τη σταθερή του θέση ότι στοιχεία όπως η ταυτότητα φύλου, τα ονόματα, ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η σεξουαλική ζωή εμπίπτουν στην προσωπική σφαίρα που προστατεύεται από το Άρθρο 8. Στη συνέχεια επανέλαβε ότι η ελευθερία να προσδιορίζει ένα άτομο την ταυτότητα φύλου του, είναι ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία του δικαιώματος στην προσωπική αυτονομία.

Σύμφωνα με το Δικαστήριο, διακυβεύονται συγκρουόμενα αγαθά. Παρόλο που οι εθνικές αρχές διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης όσον αφορά τους όρους για την επίσημη μεταβολή ονόματος, εφαρμόζεται μόνο ένα στενό περιθώριο σε περιπτώσεις που αφορούν την σεξουαλική ταυτότητα, την οποία το Δικαστήριο θεωρεί μία από τις πιο ευαίσθητες πτυχές της ιδιωτικής ζωής. Το κύριο ερώτημα ήταν αν οι Ιταλικές αρχές είχαν επιτύχει μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του ιδιωτικού συμφέροντος της προσφεύγουσας να έχει ένα όνομα που να αντιστοιχεί στην ταυτότητα φύλου της. Δυστυχώς, το ακριβές εύρος του περιθωρίου εκτίμησης που συνδέεται με αυτή την ισορροπία δεν προσδιορίστηκε σαφώς.

Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η διατήρηση της μη διαθέσιμοτητας[1], η αλήθεια και η συνοχή της προσωπικής κατάστασης καθώς και η απαίτηση της ασφάλειας δικαίου δικαιολογούν αυστηρές διαδικασίες που χρησιμεύουν για την επαλήθευση των «ουσιαστικών» κινήτρων για την νομική αλλαγή ταυτότητας. Εντούτοις, οι Ιταλικές αρχές δεν έλαβαν υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις της προσφεύγουσας. Πράγματι, αγνόησαν το γεγονός ότι η S.V. ήταν σε ιατρική μετάβαση επαναπρσδιορισμού φύλου για χρόνια και ότι η κοινωνική της ταυτότητα και η εξωτερική εμφάνισή της ήταν θηλυκή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι κανένας λόγος γενικού συμφέροντος δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την περίοδο των 2,5 ετών κατά την οποία η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αντιστοιχίσει τα επίσημα έγγραφά της με την κοινωνική της ταυτότητα, οδηγώντας σε συναισθήματα ευπάθειας, εξευτελισμού και άγχους. Επιπλέον, η πρακτική αυτή δεν ανταποκρίνεται στη Σύσταση (2010)5 της Επιτροπής Υπουργών, η οποία ζητούσε μια γρήγορη, διαφανή και προσβάσιμη διαδικασία για την αλλαγή του ονόματος των τρανς προσώπων. Τέλος, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι από το 2011 το Ιταλικό δίκαιο δεν απαιτεί πλέον δεύτερη δικαστική απόφαση για την επιβεβαίωση της επιτυχούς ολοκλήρωσης του επαναπροσδιορισμού φύλου για την επίσημη αναγνώριση της ταυτότητας φύλου και του ονόματος των τρανς ατόμων. Πράγματι, η τροποποίηση της προσωπικής κατάστασης ενός ατόμου μπορεί πλέον να ανατεθεί απευθείας από τον δικαστή στην απόφαση που επιτρέπει τη χειρουργική επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου.

Σχόλια

Η απόφαση της S.V. κατά Ιταλίας είναι η τελευταία προσθήκη στην αυξανόμενη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με την προστασία της ιδιωτικής ζωής και τον αυτοπροσδιορισμό της ταυτότητα φύλου των τρανς ατόμων. Όπως επισήμανε το Δικαστήριο στις παραγράφους 56 και 57, η υπόθεση αφορούσε νομικό ζήτημα το οποίο δεν είχε εξετάσει προηγουμένως. Πράγματι, οι προηγούμενες αποφάσεις αφορούσαν μόνο τη νομική αναγνώριση των τρανς ατόμων που είχαν υποβληθεί σε εγχειρήσεις επαναπροσδιορισμό φύλου, τις προϋποθέσεις πρόσβασης στη χειρουργική επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου ή τη νομική αναγνώριση τρανς ατόμων που δεν είχαν (ήθελαν) υποβληθεί σε εγχειρήσεις επαναπροσδιορισμού φύλου. Στην S.V. κατά της Ιταλίας, το Δικαστήριο διαπίστωσε για πρώτη φορά παραβίαση του Άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων λόγω της διάρκειας της διαδικασίας για την τροποποίηση της προσωπικής κατάστασης των τρανς προσώπων. Είναι σημαντικό ότι, σύμφωνα με το Δικαστήριο, τα Κράτη δεν μπορούν πλέον να αρνούνται αδικαιολόγητα να αναγνωρίσουν νομικά την κοινωνική πραγματικότητα των τρανς ατόμων μόνο και μόνο επειδή η ιατρική τους μετάβαση επαναπροσδιορισμού φύλου δεν έχει ολοκληρωθεί πλήρως. Λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλά Κράτη εξακολουθούν να χρειάζονται την ιατρική κατάσταση ως προϋπόθεση για την αλλαγή του ονόματος ή τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου των τρανς ατόμων και ότι αυτές οι ιατρικές διαδικασίες συχνά διαρκούν επί σειρά ετών, η απόφαση αυτή ενισχύει βεβαίως το νομικό καθεστώς μιας σημαντικής ομάδα τρανς ατόμων σε ολόκληρο το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Παρόλο που η υπόθεση θα μπορούσε να παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκτιμήσει την προϋπόθεση της υποχρεωτικής επέμβασης επαναπροσδιορισμού φύλου για την τροποποίηση [των εγγράφων] των τρανς προσώπων, επέλεξε να ερμηνεύσει στενά το νομικό ζήτημα. Σε διάφορα σημεία της απόφασης, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι το κυριότερο σημείο της υπόθεσης ήταν η διάρκεια της διαδικασίας αλλαγής του ονόματος και όχι η νομική παθολογικοποίηση των τρανς ατόμων. Επιπλέον, με έναν κάπως αμφίβολο τρόπο, θεώρησε ότι, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ήταν τρανς γυναίκα και η οποία προσωπικά δεν είχε αντιρρήσεις για να υποβληθεί σε επεμβάσεις επαναπροσδιορισμού φύλου στο πλαίσιο της κοινωνικής και εξωτερικής μετάβασής της, δεν προέκυψε το δικαίωμα στη σωματική ακεραιότητα των τρανς ατόμων ως νομικό ζήτημα. Με άλλα λόγια, η απόφαση της S.V. κατά Ιταλίας δεν απάντησε στις ερωτήσεις που άφησαν οι A.P., Garçon και Nicot κατά Γαλλίας σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής της θετικής υποχρέωσης σχετικά με τη νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου βάσει του άρθρου 8 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας ότι η μη διαθεσιμότητα, η ειλικρίνεια και η συνοχή της προσωπικής κατάστασης καθώς και η απαίτηση της ασφάλειας δικαίου δικαιολογούν αυστηρές διαδικασίες που χρησιμεύουν για την επαλήθευση των «ουσιαστικών» κινήτρων για την νομική αλλαγή ταυτότητας, το Δικαστήριο είναι μάλλον απρόθυμο να εξετάσει στο άμεσο μέλλον όλες τις ιατρικές απαιτήσεις για την τροποποίηση της προσωπικής κατάστασης των τρανς προσώπων ως παραβίαση του Άρθρου 8 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Έτσι, τα τρανς πρόσωπα παραμένουν γενικά αποκλεισμένα από το προστατευτικό πεδίο εφαρμογής του ΕΔΑΔ, το οποίο αντιβαίνει όλο και περισσότερο με διάφορα όργανα του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως τα ψηφίσματα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης και τις Αρχές της Yogyakarta +10 .

Πράγματι, φαίνεται ότι το Δικαστήριο εξακολουθεί να επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στη σημασία της εξωτερικής εμφάνισης και της διαδικασίας της ιατρικής μετάβασης ως επιχειρήματα για τη χορήγηση νομικής προστασίας στα τρανς άτομα. Όπως προκύπτει από τη παράγραφο 70, ακριβώς η σταδιακή διαδικασία επαναπροσδιορισμού φύλου της προσφεύγουσας και η συνεχής αλλαγή της εξωτερικής εμφάνισης υπό το πρίσμα της ταυτότητας του γυναικείου φύλου που το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι καθοριστικής σημασίας σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Αναγκάζοντας ένα τρανς πρόσωπο, το οποίο είναι σε ιατρική μετάβαση, προκειμένου να φέρει την αρμονία ανάμεσα στο σώμα και την ταυτότητα φύλου του, για να αναγνωριστεί νόμιμα και διοικητικά ως πρόσωπο του βιολογικού και κοινωνικού φύλου που προσωπικά και κοινωνικά απορρίπτει, το Κράτος προκάλεσε αισθήματα ευπάθειας, άγχους και εξευτελισμού. Από την άποψη αυτή, η απόφαση αντικατοπτρίζει σθεναρά το συλλογισμό στην υπόθεση Christine Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε στη παράγραφο 90 ότι «η μη ικανοποιητική κατάσταση στην οποία τα τρανς άτομα που έχουν κάνει επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου ζουν σε μια ενδιάμεση ζώνη όπου δεν είναι ακριβώς το ένα ή το άλλο φύλο δεν είναι πλέον βιώσιμη». Με άλλα λόγια, η νομική αναγνώριση της κατάστασης της προσφεύγουσας σχετίζεται με την εξωτερική της εμφάνιση και τα χαρακτηριστικά φύλου και δεν βασίζεται στο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού της ταυτότητας φύλου.

Συμπέρασμα

Αν και τα Συμβαλλόμενα Κράτη μπορούν να απαιτήσουν μια προϋπόθεση υποχρεωτικής επέμβασης επαναπροσδιορισμό φύλου για την τροποποίηση της προσωπικής κατάστασης των τρανς ατόμων με βάση την ταυτότητα φύλου τους, δεν τους επιτρέπεται πλέον να παραμείνουν σε αναμονή, νομικά, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τουλάχιστον, φαίνεται ότι τα Κράτη έχουν χάσει την εκτίμησή τους για να αρνηθούν την τροποποίηση της προσωπικής κατάστασης σε εκείνα τα τρανς πρόσωπα που βρίσκονται σε κοινωνική και ιατρική μετάβαση για αρκετά χρόνια. Ωστόσο, το ζήτημα του ποιες συγκεκριμένες περιστάσεις, στις ζωές τρανς ατόμων, καλύπτονται από την απόφαση του Δικαστηρίου παραμένει ασαφές. Σε περίπτωση που η μετάβαση συνεχίζεται εδώ και αρκετά χρόνια ή είναι αρκετό το άτομο να έχει ξεκινήσει με ιατρική μετάβαση; Επιπλέον, παρά τη σπουδαιότητα αυτής της υπόθεσης για τη σταδιακή ανάπτυξη των τρανς δικαιωμάτων σε όλη την Ευρώπη, παραμένει να δούμε εάν ή πότε το Δικαστήριο θα πραγματοποιήσει μια αληθινή μετατόπιση δομής και θα σταματήσει τη νομική παθολογικοποίηση των τρανς ατόμων.

————————–

 
[1] Με βάση το μη διαθέσιμο της προσωπικής κατάστασης, οι πολίτες πρέπει να συμμορφώνονται με τις κυβερνητικές διαδικασίες για να αλλάξουν θεμελιώδεις πτυχές της νομικής τους ταυτότητας, όπως το όνομά τους, το δείκτη φύλου και την οικογενειακή τους κατάσταση.

 

 

 

© T-zine.gr 2018 | Για τις τελευταίες LGBTI ειδήσεις να επισκέπτεστε το T-zine.gr καθημερινά. Μπορείτε επίσης να γίνετε μέλος στη σελίδα μας στο Facebook και στο Twitter

 
© T-zine.gr με πληροφορίες από Strasbourg Observers