Το πορτραίτο της σκιάς

Γράφει ο Τάκης Σπετσιώτης


Το πορτραίτο της σκιάς

Photo: Paul Matasaru
Photo: Paul Matasaru

Ενώ προχωρούσε ο Σεπτέμβρης, κι ιδίως αν ψύχραινε και κάπως ο καιρός, συναντιόταν, νοερά, συχνά μ’ εκείνον τον Σεπτέμβρη του ’71. Βρισκόταν στο πλοίο για τον Πειραιά, μόνος χαζεύοντας τα κύματα, ονειροπολώντας τη δική του τη ζωή με φράσεις από ξένα, εφηβικά τραγούδια σε πεζό ρυθμό: “Tώρα η πόλη σε καλεί από καιρό. Το όνειρο. Το δέος. Η άγνωστη πόλη. Οι κλειστές θύρες.Οι άνθρωποι που όλο τρέχουν, που σ’ αφήνουν μόνο…”

Βέβαια εκείνο το παράξενο διήγημα “Ο ΄Άλλος”, με το ίδιο θέμα, πού’χε δημοσιεύσει ο Υιός της Νύχτας σ’ ένα μισοτριμμένο κατοχικό λαϊκό περιοδικό, δεν τό’ξερε ακόμη – χρόνια πολλά μετά τό’χε μαζέψει από ένα καρότσι του δρόμου. Κι από τότε που το διάβασε, πάντα συνέδεε (κυρίως όταν ήταν μελαγχολικός και σκοτισμένος), τα λόγια του με κείνον τον Σεπτέμβρη του ’71, με τη δική του τη ζωή.

Ο ένας, έλεγε το διήγημα, – Νάσος τ’ όνομά του-, καθισμένος σ’ ένα βαγόνι τραίνου ερχότανε στην πόλη απ’ το χωριό του. Κι ο άλλος, καθιστός στο τραίνο, απέναντί του – “δυο μάτια μόνο κουρασμένα και στεγνά, δυο μάτια ξέθωρα που, από τον τρόπο που κυττούσαν, φαίνονταν πως είχαν δει πολλά… ένας νέος με πρόσωπο στεγνό καθώς τα μάτια του-, ένας νέος δίχως ηλικία… Και τα μάτια του που τού μιλούσαν δίχως καν ο Νάσος να τα κυττάζει:
“- Πού πας, πού πας μες στον μεγάλο κόσμο; Ο κόσμος είναι μια βαθειά, θανάσιμη παγίδα! Θα συμπαρασυρθής απ’ τους τροχούς του και θα γίνης λυώμα, λυώμα, λυώμα! Γύρισε στον τόπο σου, στο ταπεινό σου σπίτι και κλείσε τα παράθυρα καλά…”

Τώρα, σαράντα τόσα χρόνια μετά απ’ το φθινόπωρο εκείνο του ’71, είχε δει κι αυτός πολλά : Σκιές που γλυστρούσαν κυνηγημένες απ’ τη νύχτα τυλιγμένες στο σκοτάδι… στρατιώτες που περνούσαν… αεροπόρους μες στις φυλλωσιές των δέντρων… ναύτες κάτω από τις φωτεινές επιγραφές των κινηματογράφων… σκιές στην εκπλήρωση του πόθου μες στο σκοτάδι, όταν η πόλη πλημμύριζε από φως… σκιές παράνομης ύπαρξης.. κυνηγημένης κοινωνικής υπόστασης…, σκιές περιπολικών της Αστυνομίας στα δάση της πόλης και στις ύποπτες συνοικίες του λιμανιού. Και, ώρες -ώρες, κάτω από νυσταγμένα φεγγάρια, με το τραίνο απ’ το σιδηροδρομικό σταθμό, κατάκοπος γυρίζοντας στο σπίτι, θαρρούσε – όταν ήταν κουρασμένος, κυρίως, απελπισμένος-, πως έβλεπε απέναντί του κείνα τα μάτια του διηγήματος “Ο ΄Αλλος’”, συλλογιζόμενος πώς κανείς δεν βγήκε ποτέ φευγάτος απ’ το πορτραίτο της σκιάς, πάντα ήταν πολύ αργά, πάντα αντίθετα προς την ηθική τάξη, ενώ κείνα τα μάτια του άγνωστου νέου χωρίς ηλικία δεν έπαυαν ποτέ να του μιλούν :

“-…βούλωσε τις χαραμάδες, μην έμπουν μέσα υποσχέσεις δολερές, της μακρυνής σειρήνας – της ζωής!”

Κύριε, Κύριε πότε η μέρα θα γίνει φωτεινή, κι ως πότε η νύχτα το σκοτάδι θα πολεμάει; – θυμότανε απ’ τη πόλη τη μικρή, απ’ την πατρίδα του μια προσευχή, σαν φυλαχτό να τον φυλάει.

 

© T-zine.gr